Τι χρώμα έχει η εκμετάλλευση στις εποχές της βαρβαρότητας;

Για εμάς και το έχουμε διατυπώσει πολλές φορές η τέχνη οφείλει να προβληματίζει ,να μην παραμένει μόνο στη συγκίνηση. Να «αγωνίζεται» και όχι να «μοιρολατρεί».

Να είναι τέχνη για τους πολλούς  χωρίς να είναι εύπεπτη και χωρίς νόημα. Όχι μόνο να καταδικάζει αλλά και να παλεύει καταστάσεις και κοινωνικά φαινόμενα. Εδώ λοιπόν προκύπτει ένα μεγάλης σημασίας ζήτημα.

Τι τέχνη χρειάζονται σήμερα οι λαϊκές μάζες, την εποχή της κρίσης του ιμπεριαλισμού-καπιταλισμού, στην εποχή κατά την οποία οι λίγοι (κεφάλαιο) ,επιτίθενται με μανία και σε παγκόσμια κλίμακα στα δικαιώματα των στη λαών στη δουλειά, στις ελευθερίες , στην ίδια τη ζωή; Ίσως, πάντα όπως γράφουμε και στην αρχή η τέχνη οφείλει να είναι τέχνη επαναστατική. Δηλαδή να συγκινεί καθώς ταυτόχρονα και να κινητοποιεί τις συνειδήσεις σε μια πορεία σύγκρουσης με τη δεδομένη κατάσταση, της φτώχειας , της ανέχειας της μισθωτής δουλείας και των πολέμων. Αν δεν εσωκλείνει  στην έκφραση της όλα αυτά , τα απαραίτητα στοιχεία, δεν αποτελεί τέχνη «ζωηρή», «καυτό μολύβι» στα χέρια των εκμεταλλευόμενων στη πάλη τους με τους εκμεταλλευτές.

Ας πούμε όμως και κάτι πιο συγκεκριμένο, που να σχετίζεται και με την παρούσα στήλη του εναύσματος…12 χρόνια σκλάβος…

Κατά τη γνώμη μας είναι μια από τις καλύτερες αντιρατσιστικές ταινίες  των τελευταίων χρόνων .Καταφέρνει έντεχνα να περάσει τα αντιρατσιστικά της στοιχεία αλλά και να εντάξει στο σώμα της ακόμα πιο ουσιαστικά της συνθήκες ζωής των σκλάβων και τα δεδομένα της εποχής. Μακροσκελή πλάνα με φόντο φυσικά τοπία  τα οποία σε συνδυασμό με τη ψυχεδελική μουσική δίνουν ένα καταπληκτικό αποτέλεσμα, αν και όχι τόσο συνηθισμένο για τις υπερπαραγωγές του Hollywood. Βέβαια μακροσκελή δεν είναι μόνο τα πλάνα αλλά και η ίδια η ταινία, καθώς οι 2 και κάτι ώρες που χαρακτηρίστηκαν από ορισμένους κουραστικές για μια δραματική ταινία, αλλά εδώ για εμάς ο σκηνοθέτης καταφέρνει να καθηλώσει σε πολλά σημεία το θεατή αλλά και να περάσει τα νοήματα που θέλει χωρίς να χάνονται στην εξέλιξη της ταινίας. Σίγουρα αξίζει και δε μπαίνει εύκολα στο παγκόσμιο αρχείο του σινεμά ως απλά μια ακόμα ταινία με ευαισθησία για τα βάσανα των κολασμένων της μαύρης φυλής.

Ας μπούμε όμως λιγάκι και στο ζουμί και ας προσπαθήσουμε να φιλτράρουμε τα νοήματα αυτής της ταινίας. Ξαναείπαμε και παραπάνω ότι πρόκειται για ένα δυνατό κατηγορώ της τότε δουλείας .Να όμως που μέσω του πρωταγωνιστή αλλά και στον επίλογο μπορούμε να δούμε με λίγη προσπάθεια ότι παραμένει  σ’ αυτό και μόνο σ’ αυτό. Σε τι δηλαδή, στη καταδίκη ενός πράγματι απάνθρωπου κοινωνικού φαινομένου ( που υπήρξε;) και τώρα είμαστε ευτυχής και χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα. Δε λείπει όμως και η άποψη του συστήματος .Μία άποψη που προωθεί τον ατομικό δρόμο και ξεχνά κάθε συλλογική μορφή αντίστασης. Αλλά δυστυχώς μέχρι εκεί είναι και τα όρια της πολιτικής παρέμβασης του σκηνοθέτη. Άλλωστε μια τέτοια ταινία που θα προωθούσε τους συλλογικούς αγώνες και τις μαζικές αντιστάσεις θα έμενε στο ράφι και δε θα προβαλλόταν στη μεγάλη οθόνη, πόσο μάλλον να πάρει όσκαρ.

Μόνο που στην πραγματικότητα η δουλεία δεν έχει εκλείψει και τόσο όσο και αν προσπαθεί να περάσει στο τέλος του έργου. Σε καμία περίπτωση δεν είναι έτσι στη πραγματικότητα του καπιταλισμού-ιμπεριαλισμού. Στην εποχή όπου στα διάφορα κατά τόπους φαρμακονήσια, βυθίζονται από τα δημοκρατικά κατά τα άλλα κράτη της Ε.Ε τα σαπιοκάραβα που μεταφέρουν τους σύγχρονους σκλάβους. Όπου για του αφέντη το φαί δεκάδες μετανάστες αιμορραγούν στα φραουλοχώραφα  των εδώ και εκεί Μανωλάδων. Όπου η μισθωτή δουλειά γίνεται όλο και ταχύτερα και για όλο και περισσότερο κόσμο μισθωτή δουλεία. Όποιος λοιπόν νομίζει ότι υπάρχουν «καλά αφεντικά» τη σημερινή εποχή όπως και «καλοί γαιοκτήμονες» την εποχή του σκλαβοπάζαρου πλανάται. Ακριβώς όπως οι γαιοκτήμονες έβλεπαν καθαρά τους σκλάβους ως ιδιοκτησία και ως ένα μέσο παραγωγής κέρδους έτσι και σήμερα το κεφάλαιο δε βλέπει τίποτα παραπάνω σε έναν εργάτη από μια «μηχανή» παραγωγής κέρδους μέσα από την υπεραξία. Τέτοιες μικροαστικές αντιλήψεις υπάρχουν ακόμα όπως και στη περίπτωση του πρωταγωνιστή που προτίμα την αβάσιμη ελπίδα ότι μέσα από υποτυπώδης ευνοϊκή μεταχείριση ενός επιφανειακά «καλού αφεντικού» ( που δε δίσταζε να τον μαστιγώσει ) θα κέρδιζε την ελευθερία του.

Υπάρχει και λοιπόν στη δική μας εποχή εκμετάλλευση και όπως και τότε δε ξεχωρίζει δέρματα. Αυτό που ξεχωρίζει είναι τάξεις , με τα δικά τους η κάθε μια ιδιαίτερα ταξικά συμφέροντα. Στη μεταξύ αυτών αντιπαράθεση-σύγκρουση-πάλη κρίνεται κάθε φορά το δίκαιο και το άδικο. Και το δίκαιο το έχουν οι λαϊκές μάζες που εξεγείρονται και διεκδικούν τη ζωή τους και τις τύχες τους. Δε βρίσκεται  με προσευχές, δεν απαντιέται ατομικά. Παλεύεται και κατακτιέται μέσα από τη μαζική πάλη.

Κατά τα άλλα είναι μια ταινία που θα τη προτείνουμε ανεπιφύλακτα καθώς τολμά μέσα στη σαβούρα του αμερικάνικου κινηματογράφου και καταφέρνει να προβληματίσει με τις δυνατές ερμηνείες των Chiwetel Ejiofor, Chiwetel Ejiofor, Lupita Nyong'o ( κάτι που δε συμβαίνει συχνά στη τέχνη, τις μέρες μας). Παρόλα αυτά το κλασικό Happy End του τύπου ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα μας αφήνει μια πικρή γεύση για το τέλος.

 Έναυσμα, τεύχος 41