Απόφαση του Πανελλαδικού Συντονιστικού Αγωνιστικών Κινήσεων 2017

Με επιτυχία ολοκληρώθηκε το Πανελλαδικό Συντονιστικό των Αγωνιστικών Κινήσεων, που πραγματοποιήθηκε στις 21-22/10/17 στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Πλήθος συναγωνιστών από όλη την Ελλάδα συγκεντρώθηκε, συζήτησε και αντάλλαξε προβληματισμούς πάνω σε ζητήματα διεθνούς κι εσωτερικής πολιτικής επικαιρότητας, επίθεσης του συστήματος σε Πανεπιστήμια και ΤΕΙ, παρέμβασης και δράσης των Αγωνιστικών Κινήσεων. Έμφαση δόθηκε στην κίνησή μας ενάντια στον νόμο Γαβρόγλου, τις συγχωνεύσεις σχολών και το χτύπημα στο δωρεάν σύγγραμμα. Παρακάτω ακολουθεί η απόφαση του Πανελλαδικού Συντονιστικού:

Α) ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΚΑΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ

Εκατό χρόνια συμπληρώνονται αυτό τον μήνα από το μεγαλύτερο επαναστατικό γεγονός στην Ιστορία, από την ημέρα που χαράχθηκε ο δρόμος της πρώτης εφόδου των λαϊκών μαζών προς τον ουρανό. Και από άκρη σ’ άκρη του κόσμου, η απουσία μιας συγκροτημένης κοινωνικοπολιτικής επαναστατικής πρωτοπορίας καθορίζει τις πολιτικές εξελίξεις. Πρώτα και κύρια, η απουσία αυτή εξηγεί την δυνατότητα του καπιταλιστικού-ιμπεριαλιστικού συστήματος να εξαπολύει την ολομέτωπη επίθεσή του στους λαούς. Επίθεση τόσο ενάντια στα λαϊκά και εργατικά στρώματα κάθε χώρας ξεχωριστά, όσο και ενάντια συνολικά στους λαούς των εξαρτημένων χωρών που υποφέρουν από την κυριαρχία του ιμπεριαλισμού. Αλλά ακόμα περισσότερο φανερή γίνεται η απουσία αυτή, σε περιπτώσεις που με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο οι λαϊκές μάζες έχουν βγει στο προσκήνιο, έχουν αντιπαρατεθεί με τις δυνάμεις τους συστήματος και έχουν συναντήσει στην πορεία της αντιπαράθεσης τα όρια που θέτει ο παγκόσμιος και τοπικός συσχετισμός των δυνάμεων. Είναι σημαντικό να αναφερθούμε σε μια σειρά περιπτώσεις, για να αντιληφθούμε ότι τα αδιέξοδα που συναντά ο λαός στην προσπάθειά του να ανατρέψει την επίθεση του συστήματος, που από το 2009 έχει γνωρίσει πρωτόγνωρη όξυνση, έχουν ιστορικο-πολιτική εξήγηση και δεν οφείλονται στην ικανότητα του λαού μας να πετυχαίνει νίκες.

Στην Καταλονία παρακολουθήσαμε για ακόμα μια φορά την αποκάλυψη του αντιδημοκρατικού χαρακτήρα της αστικής δημοκρατίας, αλλά και της ιμπεριαλιστικής ΕΕ. Η κυβέρνηση της Ισπανίας, επιστρατεύοντας την αστυνομική τρομοκρατία, τον απαρχαιωμένο θεσμό της βασιλείας, αλλά και τα ενεργά κατάλοιπα του φρανκισμού, έδωσε στα μάτια όλης της Ευρώπης ένα μάθημα για το πώς αντιμετωπίζεται ο οποιοσδήποτε λαός που τολμά να ξεφεύγει από τα όρια που θέτει η κυριαρχία της αστικής τάξης. Οι εικόνες αυτές, μαζί με την εξευτελιστική μεταχείριση των προσφύγων, αποτελούν σοβαρό πλήγμα για την εικόνα των Ευρωπαίων ιμπεριαλιστών και το «δημοκρατικό» τους προσωπείο.

Σε αυτή τη διαδικασία, ο λαός της Καταλονίας εμφανίστηκε ενωμένος πάνω σε μια δημοκρατική βάση, οργανωμένος κατά κλάδο ή γειτονιά, και απέδειξε για ακόμα μία φορά ότι οι λαϊκές δυνάμεις έχουν τη δύναμη να επιβάλλουν τη θέλησή τους, ακόμα και στις πιο δύσκολες καταστάσεις. Επίσης, η γενική απεργία που συγκέντρωσε εκατομμύρια ανθρώπους στον δρόμο, έδειξε την αναζήτηση για το «κάτι άλλο», το οποίο όμως όταν απουσιάζει, οδηγεί τον λαό πίσω από ξένα σχέδια και σημαίες. Όσο σεβασμό και αλληλεγγύη πρέπει να επιδείξουμε στον λαό της Καταλονίας, τόσο προβληματισμό και δυσπιστία πρέπει να δείξουμε στην στράτευση πίσω από την καταλανική κυβέρνηση και την υποτιθέμενη «ανεξαρτησία» που προωθεί. Γιατί σερνόμενος σε μια ενδοαστική κόντρα που αφορά την οικονομική μοιρασιά της Ισπανίας, πάντα μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού και της ΕΕ, κανένας λαός ποτέ δεν έγινε αφέντης στον τόπο του, ίσα-ίσα έγινε αντικείμενο χρησιμοποίησης.

Την ίδια στιγμή αλλά σε πολύ διαφορετικές συνθήκες, ο λαός του Κουρδιστάν βρίσκεται σε κρίσιμη καμπή, καθώς όλο και μεγαλύτεροι κίνδυνοι τον απειλούν. Και όταν αναφερόμαστε σε κινδύνους, δεν έχουμε κυρίως στο μυαλό μας τα αντιδραστικά, φασιστικά καθεστώτα της περιοχής, που ούτως ή άλλως επιβουλεύονται την αυτοδιάθεσή του και τον καταπιέζουν. Αναφερόμαστε κυρίως στον πιο ύπουλο, τον εσωτερικό εχθρό, αλλά και στον εμφανιζόμενο παγκόσμιο προστάτη, τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Οι εξελίξεις αυτές εκφράζονται τόσο στη Συρία, όπου η αστο-ρεφορμιστική ηγεσία του κουρδικού κινήματος διαδίδει ότι τη λευτεριά θα τη φέρει η εκτέλεση των αμερικάνικων σχεδίων, όσο και στο ιρακινό Κουρδιστάν, όπου η φεουδαρχική κλίκα που κυβερνάει πλασάρεται ως φορέας «ανεξαρτησίας», ενώ τόσα χρόνια ήταν συνεργάτης της Τουρκίας.

Οι κίνδυνοι που αφορούν το κούρδικο κίνημα πηγάζουν από τις αυταπάτες για τον χαρακτήρα του ιμπεριαλισμού. Οι εξελίξεις αυτές σε συνδυασμό με τη μη ύπαρξη μιας διαμορφωμένης μαζικής πολιτικής πρωτοπορίας, που να θέτει το ζήτημα της διαμόρφωσης του κουρδικού έθνους σε μια άλλη κοινωνική βάση, αφήνουν το κούρδικο κίνημα έκθετο σε κάθε είδους χτυπήματα, μέχρι και πισώπλατα.

Επιστρέφοντας στην Ευρώπη, σημαντικό μέτωπο πάλης που πρέπει να απασχολήσει ιδιαίτερα τις Αγωνιστικές Κινήσεις είναι το νέο γαλλικό αντεργατικό νομοσχέδιο της κυβέρνησης Μακρόν. Η προηγούμενη αντεργατική απόπειρα που έφερε την υπογραφή Μακρόν συνάντησε μεγάλες αντιστάσεις από τη γαλλική νεολαία, και η επαναφορά του αποδεικνύει ότι η αστική τάξη δείχνει μεγάλη επιμονή να υλοποιεί τους σχεδιασμούς της. Η αναμέτρηση αυτή, που συμπυκνώνει όλες τις νέες εργασιακές σχέσεις που προωθούνται σε όλη την Ευρώπη, στο φόντο της φασιστικοποίησης και των νέων κατασταλτικών μέτρων «μόνιμης έκτακτης ανάγκης», αποκτά κρίσιμο πανευρωπαϊκό χαρακτήρα. Αποκτά όμως και πολιτικό χαρακτήρα από τη μεριά της διεθνιστικής αλληλεγγύης και της οικοδόμησης δεσμών με τα λαϊκά κινήματα.

 

Και στο γαλλικό παράδειγμα, αναδείχθηκε η αγωνιστική διάθεση των νέων εργαζόμενων, των φοιτητών, των μαθητών αλλά και της ίδιας της εργατικής τάξης. Αναδεικνύεται ταυτόχρονα όμως και η κυριαρχία του ρεφορμο-αναρχικού μείγματος μιας σειράς δυνάμεων, που στενεύει τα όρια του αγώνα: συγκεκριμένα αναφερόμαστε στο ΚΚ Γαλλίας και το συνδικάτο του, την CGT, στις διάφορες «αντικαπιταλιστικές» και τροτσκιστικές ομάδες και στον διαλυτικό ρόλο της αυτονομίας. Την κυριαρχία αυτή τη γνωρίσαμε και στη χώρα μας. Είναι υπόθεση πάλης να αλλάξει ο συσχετισμός από δυνάμεις που έχουν επαναστατική αναφορά.

Στη Λατινική Αμερική, η διαδικασία «πολιτικοποίησης» δύο ένοπλων επαναστατικών κινημάτων, των FARC που κατέθεσαν τα όπλα και των Ζαπατίστας που κατεβαίνουν στις προεδρικές εκλογές με μια ιθαγενή υποψήφιο, γίνεται σε συνθήκες άρνησης της δυνατότητας ενός εναλλακτικού κοινωνικού δρόμου και κυριαρχίας της ρεφορμιστικής ιδεολογίας, σε μια στιγμή μάλιστα που το παράδειγμα της Βενεζουέλας δείχνει τα πολύ στενά όρια της αστικής διαχείρισης να προσφέρει ένα όραμα στους λαούς.

Ειδικό ζήτημα ύψιστης σημασίας αποτελεί η επανέναρξη της δίκης των αγωνιστών της ΑΤΙΚ, με το γερμανικό κράτος να διευρύνει το νομικό του οπλοστάσιο και να σκληραίνει την στάση του.

Αν λοιπόν μπορεί να εξαχθεί κάποιο συμπέρασμα από όλες αυτές τις ανόμοιες και ετερόκλητες περιπτώσεις, που μόνο με σχετικό τρόπο μπορούν να συγκριθούν, είναι ότι λαϊκές προσπάθειες είτε μεγαλύτερου είτε παρόμοιου βεληνεκούς με της δικιάς μας αντιμετωπίζουν προβλήματα ίδιας φύσης, ότι τα πισωγυρίσματα και οι απογοητεύσεις είναι μέσα στην πορεία ανασυγκρότησης των λαϊκών δυνάμεων. Αυτό όμως που αποτελεί χωρίς αμφιβολία κοινό τόπο, είναι ότι οι δυνάμεις που θέλουν να υπηρετήσουν το κίνημα και τις λαϊκές μάζες πρέπει να διαφυλάξουν τη δυνατότητά τους να παρεμβαίνουν με αυτοτέλεια μέσα στο κίνημα, ταυτόχρονα με την ικανότητά τους να αναγνωρίζονται ως οργανωτές των μαζών από τις ίδιες τις μάζες.

Η αλλαγή των συσχετισμών μέσα στο κίνημα προβάλλει σε κάθε κρίσιμη στροφή ως αναγκαιότητα, και μπορεί να έρθει μόνο αν οι επαναστατικές δυνάμεις οικοδομήσουν τον δικό τους λόγο, ανακτήσουν την εμπιστοσύνη των μαζών και αναδειχθούν ως ικανές να προχωρήσουν το κίνημα σε ένα ανώτερο επίπεδο.

Πρωτεύον ζήτημα για την παρέμβαση στη νεολαία από αντιιμπεριαλιστική σκοπιά είναι η ιμπεριαλιστική επιθετικότητα και ο κίνδυνος του πολέμου. Η ιμπεριαλιστική επιθετικότητα, έτσι όπως εκδηλώνεται στην Κορέα και τη Βενεζουέλα, αλλά και έχει ήδη οξυνθεί σε Ουκρανία, Συρία και Μ. Ανατολή, συσσωρεύει όρους γενικευμένων αιματηρών συγκρούσεων. Η όποια πολιτική μας κρίση για το επίπεδο ενός κινήματος, ή ακόμα και για το καθεστώς μιας χώρας όπως η Β. Κορέα και η Βενεζουέλα, δεν πρέπει να συγχέεται με την επιτακτική ανάγκη οργάνωσης αντιπολεμικού-αντιιμπεριαλιστικού κινήματος, καθώς χιλιάδες, εκατομμύρια άνθρωποι κινδυνεύουν να συρθούν σε νέα πολεμικά μέτωπα. Η υπεράσπιση των λαών που βρίσκονται στο στόχαστρο του ιμπεριαλισμού αποτελεί τη βασική μας προτεραιότητα.

Εκατό χρόνια μετά την πρώτη έφοδο στον ουρανό, το ολόπλευρο σάπισμα του καπιταλιστικού-ιμπεριαλιστικού συστήματος, συσσωρεύει όρους για νέα επαναστατικά ξεσπάσματα, θέτει τον τροχό της Ιστορίας ξανά σε κίνηση, ωθεί τις μάζες να ανακαλύψουν εκ νέου τις επαναστατικές ιδέες –αρκεί εκείνες να παρουσιαστούν εκεί που πρέπει.

Στο εσωτερικό πολιτικό πεδίο, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ έχει εξασφαλίσει το «πράσινο φως» από τα ντόπια και ξένα αφεντικά και ετοιμάζει έναν γύρο ολομέτωπης επίθεσης στα λαϊκά στρώματα.

Ξεκινώντας από το κρίσιμο επίδικο των εργασιακών, όπου το πακέτο μέτρων ανοίγει όλα τα ζητήματα που από καιρό ονειρεύονταν οι δυνάμεις του κεφαλαίου: μαζικές απολύσεις και αποζημίωση, βαρέα και ανθυγιεινά, ταμείο ανεργίας, ωράριο και Κυριακές, συνδικαλιστικός νόμος και δικαίωμα στην απεργία. Η επιδίωξη αυτή δίνει ιδιαίτερη αξία στην παρακολούθηση του γαλλικού νομοσχεδίου.

Τα νέα αντεργατικά μέτρα πατάνε πάνω στα ήδη ψηφισμένα νομοσχέδια για τις συνθήκες εργασίας και το ασφαλιστικό, εμπεδώνουν και κατοχυρώνουν τους μαύρους συσχετισμούς στο πεδίο της εργασίας, όπου η απουσία μαζικών οργανωμένων αγωνιστικών δυνάμεων και ο εφιάλτης της ανεργίας διαμορφώνουν όρους πραγματικού μεσαίωνα. Την ίδια όμως στιγμή, ακόμα και σε κλάδους χωρίς συνδικαλιστική εμπειρία, όπου μπορούν να δράσουν δυνάμεις με αγωνιστική διάθεση, αναδεικνύονται εστίες αντίστασης που πολλές φορές δεν αφήνονται να εκδηλώσουν όλη τους την δυνατότητα.

Η επίθεση συνολικά στον κόσμο της εκπαίδευσης και στο λαϊκό δικαίωμα στις σπουδές ακολουθεί κατά πόδας την επίθεση στο δικαίωμα στη δουλειά. Από το σχολείο του «νέου» λυκείου που μοιάζει πλέον με κάτεργο, τις τραγικές συνθήκες των τεχνικών σχολείων, στην «αξιολόγηση» των εκπαιδευτικών, και φυσικά στην εφαρμογή του νόμου Γαβρόγλου και του νόμου-πλαίσιο, η κυβέρνηση ενεργοποιεί όλο το νομικό οικοδόμημα των προηγούμενων ετών. Η πολιτική αυτή δεν θα μπορούσε παρά να συνοδευτεί από την αστυνομική τρομοκρατία σε σχολεία, σχολές και σωματεία εκπαιδευτικών. Αστυνομική τρομοκρατία η οποία ενθαρρύνει την δράση της κάθε είδους φασιστικής ομάδας.

Την ίδια στιγμή, το ταξίδι Τσίπρα στις ΗΠΑ σηματοδοτεί μια νέα όξυνση της εξάρτησης από τον ιμπεριαλισμό, όπου στο γεωστρατηγικό επίπεδο εμπλέκει τη χώρα μας σε όλα τα κρίσιμα μέτωπα: Μ. Ανατολή, αναβάθμιση της βάσης της Σούδας, Κυπριακό, Ελληνοτουρκικά, ακόμα και το βαλκανικό ζήτημα όπου οι εθνικισμοί αναζωπυρώνονται. Η εμπλοκή αυτή της χώρας, που παρουσιάζεται ως «πυλώνας σταθερότητας» σε αντίθεση με την απείθαρχη Τουρκία, φέρνει τον λαό μας μέσα σε όλες τις μικρές και μεγάλες συρράξεις της νοτιοανατολικής Μεσογείου. Η προώθηση των λεγόμενων επενδύσεων σε Σκουριές και Ελληνικό αποτελούν σημαντικά πεδία επίδειξης υποταγής στον ιμπεριαλισμό.

Απέναντι στην ανασύνταξη των δυνάμεων της αντίδρασης, ντόπιων και ξένων, το λαϊκό κίνημα βρίσκεται σε μια κατάσταση χρόνιας αποσυγκρότησης και ρεφορμιστικής κυριαρχίας, πρέπει να απαντήσει μια σειρά επίδικα προκειμένου να ξαναβγεί στο προσκήνιο και να ορθωθεί ως δύναμη αντιπαράθεσης.

Πρώτα και κύρια ενάντια στα ιδεολογήματα της «ανάπτυξης» και των «επενδύσεων», των οικονομικών στόχων και της εξόδου στις αγορές, που προβάλλουν τους στόχους της αστικής τάξης ως στόχους όλης της κοινωνίας και επιβάλλουν στον κόσμο της δουλειάς την κοστολόγηση των αναγκών και την υποταγή σε έναν «ρεαλισμό» εξαθλίωσης.

Ενάντια στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και το «αριστερό» της προσωπείο, που την ίδια στιγμή που περνάει απανωτά μέτρα χρησιμοποιεί την ιστορία της αριστεράς και του κομμουνιστικού κινήματος. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ επιλέγει προσεκτικά ζητήματα χωρίς πραγματικό αντίκρισμα στις λαϊκές μάζες, για να ασκεί «προοδευτική» πολιτική, επιχειρώντας να εγκλωβίσει τον λαό στο ψεύτικο δίλημμα του καλύτερου διαχειριστή.

Αλλά και ενάντια στις δυνάμεις της ρεφορμιστικής αριστεράς, που το μόνο που κάνουν είναι να εφευρίσκουν οδούς διαφυγής από τα μέτωπα που ανοίγει η ταξική πάλη, πάντα στην λογική των προτάσεων και των «ολοκληρωμένων προγραμμάτων». Το ΚΚΕ, που ασκεί νομοθετική και θεσμική αντιπολίτευση και υπονομεύει κάθε διάθεση οργάνωσης των μαζών, απομακρύνοντας τον λόγο του από κάθε ζήτημα που μπορεί να συσπειρώσει ευρύτερες δυνάμεις σε κατεύθυνση Αντίστασης. Η ΛΑΕ, που έχει αναχωρήσει από το πεδίο του δρόμου και μοναδικός της σκοπός είναι η τηλεοπτική-ιντερνετική της προβολή, περιμένοντας το εκλογικό πλασάρισμα. Και οι δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ παραδομένες στην αποσυγκρότηση ονομάζουν «κοινή δράση» το να υποτάσσεται ο οποιοσδήποτε στο υποτιθέμενο «αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα», που δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο από μια αναβίωση της συνδιαχείρισης.

Είδαμε τις βδομάδες που προηγήθηκαν την πλήρη αποδιοργάνωση που επιφέρουν οι δυνάμεις αυτές στο φοιτητικό κίνημα, καθώς σε μια κρίσιμη στιγμή, με το σύγγραμμα κυριολεκτικά στον αέρα, ΕΑΑΚ και ΜΑΣ εκτόνωσαν την διάθεση του φοιτητόκοσμου, πετυχαίνοντας το… κατόρθωμα να μην πραγματοποιηθεί ούτε μια πορεία φοιτητικών συλλόγων στον πρώτο γύρο γενικών συνελεύσεων σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη.

Ξεκινώντας από το ζήτημα της ψήφισης του νόμου Γαβρόγλου και της ταυτόχρονης υλοποίησης του νόμου-πλαίσιο σε μεγαλύτερη ένταση, οι Αγωνιστικές Κινήσεις οφείλουν να ενισχύσουν την τάση της Αντίστασης και της Διεκδίκησης μέσα στο φοιτητικό κίνημα, προσπερνώντας την παράλυση που επιβάλλει ο ρεφορμισμός.

Είναι η καλύτερη υπηρεσία τόσο στο ζήτημα της οικοδόμησης ενός παλλαϊκού Μετώπου Αντίστασης και Διεκδίκησης αλλά και στο ζήτημα του τι δεν είναι Αριστερά και τι είναι η Αριστερά. Είναι μόνο μέσα από την διαδικασία της πάλης που οι μάζες θα αναγνωρίσουν ξανά τους φίλους από τους εχθρούς, το αριστερό από το δεξιό, και οι λέξεις θα αποκτήσουν ξανά το πραγματικό τους νόημα.

Οι Αγωνιστικές Κινήσεις μπορεί να μην αποτελούν μια συγκροτημένη πρωτοπορία μέσα στο φοιτητικό κίνημα, αποτελούν όμως μια διακριτή πανελλαδική δύναμη που από την πρώτη στιγμή έδωσαν το στίγμα της Αντίστασης στους φοιτητικούς συλλόγους και πήραν μια σειρά πρωτοβουλίες κοινής δράσης για να ξεπεραστεί η αδράνεια, σε κάποιες περιπτώσεις με αποτελέσματα.

Εκεί πρέπει να επιμείνουν και να δώσουν όλες τους τις δυνάμεις για την υπηρέτηση αυτής της υπόθεσης να στρατεύσουν νέους αγωνιστές στις γραμμές τους, ώστε να ενισχυθεί η γραμμή τους μέσα στο κίνημα. Είναι η καλύτερη υπηρεσία που μπορούν να δώσουν στο φοιτητικό κίνημα αλλά και στην ανασύνταξη των δυνάμεων του λαού μας σε κάθε επίπεδο, η πιο ουσιαστική απότιση τιμής στην μεγαλειώδη επαναστατική επέτειο.

Β) ΟΙ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΤΡΙΤΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ Η ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΤΩΝ ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΩΝ ΚΙΝΗΣΕΩΝ

Από την περσινή κιόλας ακαδημαϊκή χρονιά, είχαμε επισημάνει ότι η σπουδάζουσα νεολαία θα βρεθεί πολύ σύντομα αντιμέτωπη με μια νέα επιθετική κίνηση από την πλευρά των δυνάμεων του συστήματος, που ακούει στο όνομα «νόμος Γαβρόγλου». Χωρίς σημαντικές καθυστερήσεις, προχωρήσαμε στην ανάλυση του περιεχομένου του, όταν ακόμα βρισκόταν στη φάση του νομοσχεδίου, και επιχειρήσαμε την ανάδειξη των τομών που επιφέρει στο χώρο των ΑΕΙ-ΤΕΙ. Στην κεντρική συζήτηση του campingγια τους όρους ενός πολιτικοποιημένου φοιτητικού κινήματος, το ζήτημα μας απασχόλησε ιδιαίτερα και θεωρούμε ότι τέθηκε μια ικανοποιητική βάση για τον εξοπλισμό της κίνησής μας για το επόμενο διάστημα.

Συνοπτικά: σωστά διατυπώσαμε και επιμένουμε στην άποψη πως αυτός ο νόμος αποτελεί συνέχεια του νόμου-πλαίσιο, εδράζεται σε όλο το διαμορφωμένο εδώ και χρόνια αντιδραστικό νομοθετικό οπλοστάσιο και ταυτόχρονα το διευρύνει και το αναβαθμίζει. Πέρα από τις ιδιαίτερες στοχεύσεις που απορρέουν από την προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ να αποκτήσει οργανικές σχέσεις με τμήματα του κεφαλαίου και του καθηγητικού στρώματος, αναδιατάσσοντας τα όργανα του πανεπιστημίου και το καθεστώς των μεταπτυχιακών, αλλά και την επιχείρηση εξαπάτησης του λαού και της νεολαίας με τις ψευτοδημοκρατικές του αναφορές, κατά βάση εξυπηρετεί συνολικά τις επιδιώξεις του συστήματος για την προώθηση της επίθεσης στο δικαίωμα στις σπουδές και την επιτάχυνση της βίαιης μονοπωλιακής αναπροσαρμογής της τρίτης βαθμίδας. Με αυτή τη διαδικασία έρχονται να «δέσουν» φυσικά το «νέο σχολείο» και οι σαρωτικές αλλαγές που επίκεινται στον χώρο της δευτεροβάθμιας.

Πλέον μιλάμε για έναν ψηφισμένο νόμο του κράτους, τον οποίο η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και ο υπουργός παιδείας έφεραν στο κοινοβούλιο -χωρίς να πρωτοτυπήσουν ούτε στο ελάχιστο σε σχέση με τους προκατόχους τους- εντός της περιόδου του καλοκαιριού. Η αλήθεια είναι, βέβαια, ότι τον βασικό «φταίχτη» για το ότι για μια μεγάλη μερίδα των φοιτητών έως και η ίδια η ύπαρξη του νόμου αγνοείται, πρέπει να τον αναζητήσουμε περισσότερο στις υποκειμενικές αδυναμίες του φοιτητικού κινήματος και την κατάσταση της αριστεράς, παρά στους γνωστούς τακτικισμούς κατά την ψήφισή του, που για άλλη μια φορά ακολουθήθηκαν.

Πραγματικά, ήταν εντυπωσιακή η παντελής έλλειψη αντανακλαστικών από τη μεριά της φοιτητικής αριστεράς στην ανάδειξη αυτού του μετώπου πάλης, από τη στιγμή που αυτό έκανε την εμφάνισή του την προηγούμενη χρονιά μέχρι και σήμερα. Ακόμα και όταν γίνεται πάντως αυτό κουτσά-στραβά, είναι ολοφάνερη η αμηχανία τοποθέτησης, το γρήγορο «ξεπέταγμα» του λες και πρόκειται για κάποιο επιμέρους και αμελητέο ζήτημα, η προσπάθεια προσαρμογής του σε προκατασκευασμένες αναλύσεις περί «επιχειρηματικού πανεπιστημίου», απλώς και μόνο για την επιβεβαίωσή τους. Επί της ουσίας, όλα αυτά κάθε άλλο παρά αποτελούν κάποιου είδους αστοχίες, ολιγωρίες ή λαθεμένες ιεραρχήσεις. Συνδέονται άρρηκτα με το περιεχόμενο της άποψης αυτών των δυνάμεων αναφορικά με διατάξεις του νόμου, καθώς και τη βαθιά υποταγή τους στη νομιμότητα και τους αρνητικούς συσχετισμούς, παρά τους μπόλικους βερμπαλισμούς και την αριστερή φρασεολογία. Εξ ου και το εδραιωμένο πλέον αίτημα στα πλαίσια αυτών των δυνάμεων για «να μείνει ο νόμος στα χαρτιά» και «να μην εφαρμοστεί», που συνιστά ουσιαστική παραίτηση από την ανάγκη και τη δυνατότητα ανατροπής του.

Όσο και αν σε κάποιους έριξε στάχτη στα μάτια, λοιπόν, η αντιδραστική αντιπαράθεση κυβέρνησης-αντιπολίτευσης που προηγήθηκε , όσο και αν προσπάθησαν ο Γαβρόγλου και λοιποί παρατρεχάμενοι να προσδώσουν προοδευτικό επίχρισμα στο νομοθετικό έκτρωμά τους, πολύ γρήγορα η πραγματική ζωή τα έβαλε όλα στη θέση τους. Το κατάλαβαν πολύ καλά οι φοιτητές του ΑΠΘ, όταν βρέθηκαν μπροστά στην απόφαση της διοίκησης του ιδρύματος να καλέσει τις δυνάμεις καταστολής για περιπολίες, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του νόμου Γαβρόγλου για το Άσυλο. Κίνηση που εναρμονίζεται πλήρως με το ευρύτερο αντιδραστικό κλίμα που διαμορφώνεται στις σχολές ενάντια σε κάθε έννοια οργανωμένης πάλης και πολιτικής-συνδικαλιστικής-πολιτιστικής έκφρασης. Δεν θα μπορούσε να υπάρξει πιο καθαρό δείγμα του πραγματικού χαρακτήρα του νόμου και σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα από την ψήφισή του.

Από εκεί και πέρα, είναι αλήθεια ότι μας δημιουργούνται δυσκολίες από τον έμμεσο χαρακτήρα πολλών διατάξεων που έχουμε αναδείξει και δεν πρέπει να κρυβόμαστε πίσω από το δάκτυλο μας σε σχέση με αυτό. Αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι ο νόμος στρώνει το δρόμο σε πολλές αντιδραστικές εξελίξεις, χωρίς να τις μετατρέπει άμεσα σε καθεστώς στο εσωτερικό των σχολών. Για παράδειγμα, η παγίωση των διδάκτρων στα μεταπτυχιακά δεν είναι τίποτε άλλο παρά το προοίμιο για αυτό που θα ακολουθήσει και σε προπτυχιακό επίπεδο και το σύστημα πλέον αποκτά μια αναβαθμισμένη δυνατότητα για κάτι τέτοιο. Ξέρουμε πως το ζήτημα που τίθεται εν προκειμένω δεν είναι ότι «μας στερούν τα μεταπτυχιακά», χωρίς φυσικά να θεωρούμε ανάξιο αναφοράς και αυτό. Απαιτείται, όμως, αυξημένη προσπάθεια για να εξηγηθεί αυτή η προοπτική της καθολικής επέκτασης των διδάκτρων πλατιά στον κόσμο των σχολών.

Το ίδιο ισχύει και σε ό, τι αφορά τα Κέντρα Δια Βίου Μάθησης, που έρχονται να αντικαταστήσουν τα αντίστοιχα Ινστιτούτα και Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, όταν αναδεικνύουμε την αποδέσμευση των επαγγελματικών δικαιωμάτων από το πτυχίο, τη σχέση με το πιστοποιητικό παιδαγωγικής επάρκειας, την εφ’ όρου ζωής επανάληψη του κύκλου επανακατάρτισης και επιμόρφωσης για μια κακοπληρωμένη δουλειά μέχρι την εκ νέου επιστροφή στην ανεργία. Το ίδιο και για τα διετή προγράμματα για αποφοίτους ΕΠΑΛ, την ένταση της κατεύθυνσης της Μπολόνια για διάσπαση σπουδών σε κύκλους, την ισοδυναμία με masterκ.ο.κ. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι πολλά ζητήματα (διάρκεια εξεταστικών, αλλαγές σε προγράμματα σπουδών κ.α.) παραπέμπονται στους εσωτερικούς κανονισμούς που καλείται κάθε ίδρυμα να καταρτίσει.

Όσον αφορά πιο συγκεκριμένα τη διάταξη για συγχωνεύσεις, κατατμήσεις και καταργήσεις ΑΕΙ, κατόπιν έκδοσης προεδρικού διατάγματος, μπορούμε να κάνουμε την εκτίμηση ότι δεν θα μείνει για πολύ καιρό ανενεργή. Έχουν μπει σε τροχιά υλοποίησης σοβαρές ανατροπές που αφορούν τον χάρτη της ανώτατης εκπαίδευσης, με στόχο τη δραστική συρρίκνωσή του και τον περαιτέρω έλεγχο της ροής της νεολαίας προς αυτή. Αυτό πιστοποιεί ο οδοστρωτήρας που αυτή τη στιγμή έχει ζεστάνει μηχανές και συνθλίβει τον χώρο των ΤΕΙ. Αρχής γενομένης από το «Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής», που θα προκύψει από τη συγχώνευση ΤΕΙ Αθήνας και Πειραιά, αλλά και το «Αλεξάνδρειο» στη θέση του ΤΕΙ Θεσσαλονίκης, ξεκινάει ένα κύμα συγχωνεύσεων και καταργήσεων που θα αφήσει στον αέρα εκατοντάδες σπουδαστές και πίσω του πτυχία χωρίς κανένα πραγματικό αντίκρισμα. Η παντοκρατορία των καθεστωτικών παρατάξεων ΔΑΠ-ΠΑΣΠ σε αυτούς τους χώρους, όπως και στην περίπτωση του «σχεδίου Αθηνά», το μόνο σίγουρο είναι ότι θα προσφέρει πολλές βοήθειες στο σύστημα να προχωρήσει, αν και ήδη έχουν ξεπηδήσει κάποια σκιρτήματα από την πλευρά των σπουδαστών.

Η αριστερά στα ΤΕΙ βρίσκεται για άλλη μια φορά μπροστά στην αμήχανη θέση να υλοποιούνται… οι προτάσεις της για την «άρση του αναχρονιστικού διαχωρισμού σε ΑΕΙ-ΤΕΙ» από το ίδιο το σύστημα, δέσμια των μοντέλων εκπαίδευσης και της αναζήτησης μιας «άλλης ανωτατοποίησης». Οι συναγωνιστές που παρεμβαίνουν στα ΤΕΙ θα έχουν να αντιμετωπίσουν ένα κρίσιμο μέτωπο πάλης όλο το επόμενο διάστημα, το οποίο πρέπει να στηριχθεί από τις Αγωνιστικές Κινήσεις συνολικά. Τα συμπεράσματα από την εμπλοκή μας σε συνελεύσεις και πρωτοβουλίες τον τελευταίο καιρό είναι κάτι παραπάνω από αναγκαία.

Για να επανέλθουμε στον νόμο, οφείλουμε να βαθύνουμε την επιχειρηματολογία μας και τη δυνατότητα μας να αναλύουμε την άποψή μας σε σχέση με τις αλλαγές που προωθεί. Να εξειδικεύσουμε και να ιεραρχήσουμε τις ιδιαίτερες αιχμές που αναδεικνύουμε σε κάθε χώρο. Να έχουμε την επιμονή να συμπυκνώνουμε τις πτυχές του σε συνθήματα πάλης, που μπορούν να κατανοηθούν και να παλευτούν από τον κόσμο. Δεν πρέπει να ξεχνάμε, επιπλέον, όλα αυτά τα «κεκτημένα» της επίθεσης στα φοιτητικά-σπουδαστικά δικαιώματα που ο νόμος διατηρεί, τα συντριπτικά χτυπήματα που ήδη έχουν καταφέρει οι προηγούμενοι νόμοι και όλος αυτός ο ορυμαγδός που έχει εξαπολυθεί τα τελευταία χρόνια με διάφορες μορφές. Τα όλο και πιο ασφυκτικά πλαίσια που διαμορφώνονται καθημερινά μέσα στις σχολές, άλλωστε, σίγουρα θα λειτουργήσουν αποκαλυπτικά προς αυτήν την κατεύθυνση.

Αποτελεί σημαντική παρακαταθήκη το γεγονός ότι ανοίξαμε έγκαιρα μέτωπο με το νόμο και ότι δεν συμμορφωθήκαμε σε ένα κλίμα σιωπηρής αποδοχής του που τείνει να εδραιωθεί. Σαφώς και η όλη εξέλιξη με τα συγγράμματα μας πρόσθεσε ένα παραπάνω σοβαρό καθήκον και πυροδότησε μια γενικευμένη αναστάτωση στις σχολές, στην οποία δεν μπορούσαν παρά να ανταποκριθούν και οι υπόλοιπες δυνάμεις με αναφορά στο κίνημα και την αριστερά, κάτω από την πίεση της αγανάκτησης και του διάχυτου προβληματισμού του κόσμου για το τι μέλλει γενέσθαι. Είμαστε σίγουροι ότι και αυτός ο αναιμικός γύρος συνελεύσεων που καλέστηκε δεν θα ήταν καθόλου δεδομένος διαφορετικά., λόγω της ουσιαστικής τους αδυναμίας να χαράξουν πολιτική γραμμή σύγκρουσης με τον νόμο. Αν και με τροποποιημένο περιεχόμενο πλέον, οφείλουμε να διερευνήσουμε τις δυνατότητες ξεδιπλώματος μιας αγωνιστικής απάντησης, που δεν θα χάνει από το οπτικό της πεδίο την ανάγκη κεντρικής αντιπαράθεσης των φοιτητικών μαζών με τον νόμο Γαβρόγλου και τον νόμο-πλαίσιο. Σαν Αγωνιστικές Κινήσεις, εξακολουθούμε να θεωρούμε κορυφαίο ζήτημα πάλης και βασικό πολιτικό στόχο του κινήματος την ΑΝΑΤΡΟΠΗ τους και ότι στην πορεία ανασυγκρότησης του το φοιτητικό κίνημα δεν μπορεί παρά να αναμετρηθεί με αυτές τις προκλήσεις.

Τελευταίο σημείο σε σχέση με τον νόμο, αλλά εξίσου σημαντικό: ήδη έχουν αρχίσει οι κάθε λογής αρμόδιοι να προετοιμάζονται για το νέο συνδιοικητικό καθεστώς που θα επιβληθεί. Δρομολογούνται μια σειρά διαδικασίες πριν εγκαινιαστεί και καλούνται εκπρόσωποι των πολιτικών δυνάμεων να συνδράμουν. Εδώ είναι που βρίσκεται για εμάς η βαθύτερη ουσία της στάσης της αριστεράς απέναντι στον νόμο. Μπορεί η ΚΝΕ να θυμήθηκε τον κρατικό χαρακτήρα αυτών των οργάνων και τον αντιλαϊκό τους ρόλο, διευκρινίζοντας φυσικά ότι οι εκπρόσωποι των φοιτητών πρέπει να έχουν θέση εκεί. Μπορεί κάποια τμήματα της ΕΑΑΚ να ξέχασαν το μακρύ παρελθόν τους στις συνδιοικητικές καρέκλες και να ανακάλυψαν ότι «δεν είναι με την συνδιοίκηση» και άλλα να κρύβονται πίσω από «την παρέμβαση του συλλόγου μέσα σε αυτά». Όλοι τους, στην πραγματικότητα, αυτό που διεκδικούν και διαπραγματεύονται δεν είναι παρά ευνοϊκότερους όρους παρουσίας στη συνδιοίκηση, με πιο διευρυμένα ποσοστά και χωρίς τα ενιαία ψηφοδέλτια που προβλέπουν οι νέες διατάξεις. Ζητούν επί της ουσίας μια βελτίωση και καλύτερη εφαρμογή του νόμου Γαβρόγλου! Και εδώ είναι που τίθεται για άλλη μια φορά επιτακτικά η ανάγκη ανάδειξης της δικιάς μας άποψης, με νέους όρους και κόντρα στην απάτη που επιχειρείται να στηθεί.

Όσον αφορά το ζήτημα που ανέκυψε με τα συγγράμματα, η βιασύνη της κυβέρνησης και των παρατρεχάμενων του συστήματος μέσα στις σχολές να προβούν σε καθησυχαστικές δηλώσεις φανέρωσε την πυρκαγιά που μπορούσε να βάλει σε όλες τις σχολές πανελλαδικά. Πολύ σωστά ιεραρχήθηκε από το δυναμικό μας σαν κεντρικό ζήτημα πάλης και έγιναν προσπάθειες άμεσης αγωνιστικής απάντησης, σε σύνδεση με την αντίσταση στους νόμους που έφεραν τα πράγματα ως εδώ, μέσω του πολλαπλού συγγράμματος, καθώς και της λογικής της «οικονομικής αυτοτέλειας των σχολών» και των ιδιωτικοοικονομικών κριτηρίων που υπονομεύουν σταθερά κάθε έννοια φοιτητικής μέριμνας. Στον αντίποδα μιας προσέγγισης που κυριάρχησε στο πλαίσιο της αριστεράς, που όχι μόνο δεν αποκάλυπτε αυτή τη σύνδεση, αλλά το αναγόρευε σε λογιστικό θέμα υποχρηματοδότησης, σχέσης πανεπιστημίου-επιχειρήσεων και ενίσχυε τη λογική του πολλαπλού, στη βάση των αταξικών ιδεολογημάτων περί γνώσης και επιστήμης.

Ανεξάρτητα από την όποια κατάληξη θα έχει το τωρινό επεισόδιο, αφήνει μια αρνητική παρακαταθήκη για το δικαίωμα στο δωρεάν σύγγραμμα, εμπεδώνοντας στις συνειδήσεις των φοιτητών την προοπτική μέχρι και της πλήρους κατάργησής του. Το συμπέρασμα που μπορεί να βγει με σχετική ασφάλεια είναι ότι στη φάση που διανύουμε, στη βάση και της αποσυγκρότησης του φοιτητικού κινήματος και των συλλόγων, τα ζητήματα θα τίθενται με όλο και πιο συνολικό τρόπο και τα όποια εναπομείναντα δικαιώματα στις σπουδές θα συνεχίσουν να κρέμονται από ένα κομμάτι κλωστή. Όσο υπολόγισαν οι παράγοντες του συστήματος τις διαθέσεις των φοιτητών και τις αντιδράσεις τους απέναντι στην πρόκληση που συνάντησαν, άλλο τόσο μέτρησαν και τη δυσκολία που παρουσίασαν αυτές να βρουν αγωνιστική έκφραση, την ανεμπιστοσύνη της πλειονότητας του φοιτητόκοσμου στη δυνατότητα να αναζητήσει διέξοδο συλλογικά μέσα από τις γενικές του συνελεύσεις, τον υπονομευτικό ρόλο των προσανατολισμών και πολιτικών αντιλήψεων που χαρακτηρίζουν την κυρίαρχη φοιτητική αριστερά.

Η τελευταία έδειξε να μην πιστεύει και ιδιαίτερα στη σημασία των μαζικών διαδικασιών που καλέστηκαν, στη δυνατότητα του κόσμου να πάρει την υπόθεση τα χέρια του και να θέσει προοπτική συνέχισης και κλιμάκωσης του αγώνα. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων δεν έθεσε καν ζήτημα νέων γενικών συνελεύσεων, άφησε τις δύο μεγαλύτερες πόλεις (Αθήνα- Θεσσαλονίκη) χωρίς κεντρική φοιτητική διαδήλωση, εγκλωβίστηκε στις θεαματικές ενέργειες και τις τουφεκιές στον αέρα και κινήθηκε συνολικά με μια λογική εκτόνωσης των αντιδράσεων. Ο εικονικός συνδικαλισμός πραγματικά έλαμψε στις τελευταίες εξελίξεις και απέδειξε για άλλη μια φορά πόσο μεγάλο βαρίδι συνιστά.

Είναι προφανές, λοιπόν, ότι η νέα χρονιά ήδη μας έχει φέρει αντιμέτωπους με αυξημένα καθήκοντα, σε ένα τοπίο που γίνεται ολοένα και πιο δυσμενές από πλευράς δικαιωμάτων και των όρων του φοιτητικού σώματος να αντισταθεί και να διεκδικήσει, κόντρα σε μια τροχιά διαρκούς συρρίκνωσης των κατακτήσεων και απαλλαγής του συστήματος από τα βαρίδια μιας προηγούμενης περιόδου. Το σύνολο των εκφράσεων του συστήματος μέσα και έξω από τις σχολές έχουν αποθρασυνθεί και απαιτούν να δοθούν όσο πιο γρήγορα γίνεται τα τελειωτικά χτυπήματα στο σώμα των φοιτητικών δικαιωμάτων, του συνδικαλισμού και της οργανωμένης πάλης. Οι δηλώσεις Μητσοτάκη στη ΔΕΘ, το μέτωπο του καθηγητικού κατεστημένου γύρω από την περίπτωση Συρίγου κ.α., δεν είναι καθόλου τυχαίες περιπτώσεις, αφού εξορμούν από μια κυβερνητική πολιτική που ήδη διαμορφώνει αποτελέσματα, από ένα υπαρκτό αντιδραστικό κλίμα αποπολιτικοποίησης μέσα στις σχολές και δίνουν γραμμή για τις περαιτέρω απαραίτητες «επιταχύνσεις».

Η αποστοίχιση του κόσμου από τους συλλόγους και τις διαδικασίες τους, η όλο και αυξανόμενη εντατικοποίηση, η ένταση της φασιστικοποίησης και της περιστολής των δημοκρατικών δικαιωμάτων, έχουν φέρει πολύ πιο κοντά τη δημιουργία του «αποστειρωμένου» πανεπιστημίου, για το οποίο κάνουμε συχνά λόγο, του πανεπιστημίου που, όντας γεμάτο με ταξικούς φραγμούς, θα διδάσκει καθημερινά την πειθάρχηση, για όσους δεν έχουν κάνει ακόμα την επιλογή της παραίτησης.

Έχοντας εξαγάγει μια σειρά συμπερασμάτων για τα χαρακτηριστικά της φάσης που διανύουμε και τις αιτίες της, κάνοντας και την αντίστοιχη συζήτηση στα σχήματα μετά τις περσινές φοιτητικές εκλογές, οφείλουμε να υπογραμμίσουμε ότι το πρώτο και θεμελιακό ζήτημα με το οποίο έχουμε να αναμετρηθούμε είναι οι δικές μας αδυναμίες. Ήδη έχουμε διανύσει σημαντικά βήματα και διαρκώς κατακτάμε τη δυνατότητα να εδραιώνουμε την παρουσία μιας δύναμης που έχει διακριτό στίγμα, σε αντιπαράθεση με το σύστημα και τον ρεφορμισμό. Μένουν, όμως, να γίνουν πολλά, το πολιτικό κενό που υπάρχει στους συλλόγους είναι τεράστιο και η ανάγκη να δυναμώσουμε πολιτικά- ιδεολογικά- οργανωτικά όλο και πιο επιτακτική. Όσο πιο αποτελεσματικά και αποφασιστικά το κάνουμε αυτό, τόσο περισσότερο διευρύνουμε και τη δυνατότητα μας να δημιουργούμε και να στηρίζουμε εστίες αντίστασης και διεκδίκησης, όπως και κινήσεις πραγματικής κοινής δράσης, που ενισχύουν μια γραμμή αναμέτρησης και σύγκρουσης, σε βάρος των διαχειριστικών λογικών που επικρατούν μέσα στις σχολές.

Η ανασυγκρότηση του φοιτητικού κινήματος, για την οποία παλεύουμε, σίγουρα δεν θα είναι διαδικασία «μιας ριξιάς», αλλά έχει να διανύσει ένα μακρύ και δύσκολο δρόμο και θα προχωράει στον βαθμό που ο φοιτητόκοσμος αντιλαμβάνεται ότι μπορεί να βρίσκει πραγματική διέξοδο στα προβλήματά του μέσα από τους συλλόγους του και τις διαδικασίες τους. Στον βαθμό που στην πράξη αυτά κατακτούν την υπόσταση ΟΡΓΑΝΩΝ ΠΑΛΗΣ και όχι διαπραγμάτευσης, πράγμα που δεν υποβοηθείται καθόλου από τη διαρκή επίκληση σε αυτά και τη συσκότιση των διαχωριστικών γραμμών που υπάρχουν στο κίνημα.

Το σύνθημα ΣΠΟΥΔΕΣ-ΔΟΥΛΕΙΑ-ΕΛΕΥΘΕΡΙΕΣ δεν είναι απλώς ένα μότο μας, αλλά το τριπλό επίπεδο στο οποίο πρέπει να κινούμαστε και από το οποίο πηγάζουν οι διεκδικητικοί στόχοι για το κίνημα της σπουδάζουσας νεολαίας. Το ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΑΠΑΤΗ ΤΗΣ ΣΥΝΔΙΟΙΚΗΣΗΣ και ό, τι σηματοδοτεί, αναγκαίος όρους για την απόκρουση της απόπειρας ενσωμάτωσης και αποκοίμισης του φοιτητικού σώματος. ΣΤΟ ΠΛΕΥΡΟ ΤΟΥ ΛΑΟΥ και ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ, γιατί αναμένεται άγρια επίθεση το προσεχές διάστημα, ενώ ταυτόχρονα οι κίνδυνοι από την ένταση των ανταγωνισμών των ιμπεριαλιστών όλο και περισσότερο αυξάνονται. Και αυτά είναι κάποια από τα βασικά σημεία του στίγματος μας στα οποία πρέπει να πατήσουμε, για να ξεδιπλώσουμε την παρέμβασή μας τον επόμενο καιρό.

Γ) ΓΙΑ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΩΝ ΔΙΩΞΕΩΝ ΣΤΗΝ ΞΑΝΘΗ

Σαν Αγωνιστικές Κινήσεις κληθήκαμε την περσινή χρονιά να αντιμετωπίσουμε μια σχετικά πρωτόγνωρη κατάσταση για τα δεδομένα μας, με τις διώξεις εις βάρος τριών συναγωνιστών μας και συνολικά έντεκα φοιτητών του Σ.Φ.Ξ. Οι διώξεις αυτές, όπως από την αρχή προσπαθήσαμε να τις προσδιορίσουμε, αποτελούν ξεκάθαρο χτύπημα στον συνδικαλισμό και στην πάλη των φοιτητών ενάντια στην καθηγητική αυθαιρεσία κι όχι μόνο. Ήρθαν σαν αποτέλεσμα της αποφασιστικής εναντίωσης πλατιάς μερίδας φοιτητών ενάντια στην καθηγητική αυθαιρεσία και τη ρατσιστική προπαγάνδα μέσα στα αμφιθέατρα. Η πάλη αυτή προσωποποιήθηκε στο πρόσωπο του καθηγητή Γ. Παύλου, ο οποίος απάντησε με διώξεις, στοχοποιώντας οργανωμένους φοιτητές που «βγήκαν μπροστά» σε αυτόν τον αγώνα και κατηγορώντας τους ανυπόστατα ότι καλλιεργούν κλίμα βίας και τρομοκρατίας στο ΔΠΘ.

Η πρώτη φάση των διώξεων «έκλεισε» με την κατάθεση εξηγήσεων από τους 9, οι οποίοι είχαν κληθεί από τον εισαγγελέα. Σε αυτό το διάστημα ο Σύλλογος κινητοποιήθηκε και στάθηκε αλληλέγγυος στους διωκόμενους με διαδήλωση στην πόλη, αλλά και κινητοποιήσεις έξω από τα δικαστήρια, παρ’ ότι ήταν περίοδος εξεταστικής. Σαν Αγωνιστικές Κινήσεις προσπαθήσαμε να αντιπαρατεθούμε στην κυρίαρχη τοποθέτηση όλων των υπόλοιπων δυνάμεων που κέντραραν στο ότι ο Παύλος είναι φασίστας (άρα γι’ αυτό κάνει διώξεις), δε συνολικοποιούσαν το ζήτημα και κατέληγαν στο αίτημα να φύγει ο Παύλος, συνοδευόμενο από τη λογική περί «δημοκρατικού Πανεπιστημίου». Παράλληλα, προσπαθήσαμε να ανοίξουμε πανελλαδικά το ζήτημα, να καταθέσουμε το ψήφισμά μας σε Δ.Σ. με αρκετά θετικά αποτελέσματα, να γίνουν εξώστρεφες παρεμβάσεις-κινητοποιήσεις και καταφέραμε την πετυχημένη εκδήλωση του συλλόγου της Νομικής στο ΑΠΘ.

 

Όπως από την αρχή εκτιμούσαμε, το ζήτημα δεν έληξε εκεί. Μετά το καλοκαίρι κλήθηκαν και οι 2 εναπομείναντες φοιτητές να καταθέσουν, αποδεικνύοντας έτσι πως το ζήτημα όχι μόνο δεν έχει κλείσει αλλά προχωράει και αναμένονται νέες εξελίξεις. Οφείλουμε να συνεχίσουμε να αναδεικνύουμε το ζήτημα, τόσο τοπικά, όσο και πανελλαδικά, διαμορφώνοντας όρους καλύτερης απάντησης κι ετοιμότητας, όταν υπάρξουν εξελίξεις. Αντιλαμβανόμαστε τις διώξεις σαν ένα πολιτικό ζήτημα και με τέτοιους όρους θέλουμε να το απαντήσουμε. Απαιτούμε να παρθούν πίσω οι διώξεις. Διώξεις που είναι εναντίον του συνδικαλισμού. Που εντάσσονται σε μια συνολικότερη πολιτική, η οποία προωθείται και υλοποιείται με ποικίλους τρόπους. Μια πολιτική που θέλει να τρομοκρατήσει και να ποινικοποιήσει τον συνδικαλισμό και την πολιτικοποίηση. Από την κατάργηση του ασύλου, τις «καθαρές σχολές», τις διώξεις φοιτητών, μέχρι τον αντισυνδικαλστικό νόμο που θέλει να περάσει η κυβέρνηση και το σύστημα, διαμορφώνεται όλο το πλαίσιο πάνω στο οποίο ο Παύλος και ο κάθε Παύλος μπορεί να διώκει φοιτητές. Δεν είναι ένα μεμονωμένο γεγονός ή μια λόξα ενός φασίστα καθηγητή, είναι η κατεύθυνση η οποία προωθείται, που θέλει να κόβεται όποιο κεφάλι πάει να σηκωθεί, όπως και με τους 12 φοιτητές του Ηρακλείου που είχαν απέναντί τους σύσσωμο το καθηγητικό κατεστημένο. Με αυτή τη λογική να συνεχίσουμε να αναδεικνύουμε το ζήτημα, υπερασπιζόμενοι την οργανωμένη πάλη κι ενισχύοντας ένα κίνημα αλληλεγγύης που, ανεξάρτητα από δικηγόρους, είναι αυτό που μπορεί να πιέσει για την άρση των διώξεων. […]