Για τα Κινήματα Νεολαίας στον κόσμο - Εκδήλωση στο κάμπινγκ των Αγωνιστικών Κινήσεων

Το κάμπιγκ της νεολαίας της PARTIZAN (PGI/MLM) γειτόνευε με το κάμπιγκ των Αγωνιστικών Κινήσεων ΑΕΙ ΤΕΙ και της Μαθητικής Αντίστασης και διοργανώθηκαν κοινές εκδηλώσεις.

Σ’ αυτές τις εκδηλώσεις συμμετείχαν σαν ομιλητές εκπρόσωποι των Αγωνιστικών Κινήσεων και της PARTIZAN. Η πρώτη κοινή εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στο κάμπιγκ των Αγωνιστικών Κινήσεων, στις 27 του Ιούλη με τίτλο «Διεθνιστική εκδήλωση για κινήματα νεολαίας στον κόσμο». Ο εκπρόσωπος των Αγωνιστικών Κινήσεων παρουσίασε τα κινήματα της νεολαίας στην Ελλάδα και την στάση του κράτους απέναντι στην νεολαία και το νεολαιίστικο κίνημα, τόνισε ιδιαίτερα την ένταση της κατευθυνόμενης ιδεολογικής επίθεσης στην νεολαία και το κομμουνιστικό κίνημα.

Στη συνέχεια, μίλησε εκπρόσωπος της Πρωτοβουλίας Νέων της PARTIZAN έκανε μια παρουσίαση της κατάστασης των κινημάτων νεολαίας στην περιοχή της Δυτικής Ευρώπης. Ξεκινώντας την εισήγησή του με τις επιθέσεις του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού ενάντια στην νεολαία και την εργατική τάξη και την εκμετάλλευση της νεολαίας, συνέχισε με εκτιμήσεις για τον πολιτικό και ιδεολογικό προσανατολισμό και το επίπεδο των κινημάτων νεολαίας στην Ευρώπη, τονίζοντας ότι ένα από τα βασικά προβλήματα του κινήματος είναι η έλλειψη πολιτικής συνείδησης απέναντι στο σύστημα και την εξουσία.

Μετά τις εισηγήσεις δόθηκε λόγος στους συμμετέχοντες. Σ’ αυτό το πλαίσιο έγιναν τοποθετήσεις σχετικά με την κατάσταση της νεολαίας και της ανάπτυξης του κινήματος διεθνώς και ιδιαίτερα στην Ελλάδα, την Τουρκία και την Ελβετία.

Στις 28 του Ιούλη στον χώρο του κάμπιγκ της PARTIZAN πραγματοποιήθηκε εκδήλωση συζήτηση με θέμα «Οι Ευρωπαϊκές πολιτικές και η επίθεση στην εκπαίδευση, στους πρόσφυγες και την εργατική τάξη». Οι εισηγητές από την νεολαία της PARTIZAN και των Αγωνιστικών Κινήσεων αναφέρθηκαν στην εντεινόμενη συστηματική επίθεση του ιμπεριαλισμού στην εκπαίδευση. Στις εισηγήσεις αναλύθηκε ο πολιτικός προσανατολισμός του συστήματος ενάντια στην εκπαίδευση που εκφράζεται με επιθέσεις και ένταση της καταστολής και η αναγκαιότητα απάντησης στην επίθεση.

Το έντονο ενδιαφέρον και η μαζικότητα των συζητήσεων ανέδειξαν ότι η ανταλλαγή εμπειρίας και πληροφοριών και η συντροφική σχέση λειτουργούν προωθητικά στους νεολαίους της PARTIZAN και των Αγωνιστικών Κινήσεων.

Ακολουθεί η εισήγηση των Αγωνιστικών Κινήσεων και έπειτα σε βίντεο η εισήγηση της Πρωτοβουλίας Νέων της Παρτιζάν/ΜΛΜ από τη πρώτη εκδήλωση:

 

Εισήγηση για την διεθνιστική εκδήλωση: «Για την κατάσταση του κινήματος της νεολαίας στην Ελλάδα και την δική μας συμβολή»

Α) Οι στόχοι και τα μέσα της επίθεσης του κεφαλαίου στη νεολαία

Για να πραγματοποιήσουμε μια αποτίμηση των κινημάτων της νεολαίας στην Ελλάδα κυρίως την τελευταία δεκαετία, αλλά και μια εκτίμηση για την σημερινή φάση του κινήματος, είναι αναγκαίο να αναγνωρίσουμε το κοινωνικό-πολιτικό έδαφος μέσα στο οποίο κληθήκαμε να δράσουμε. Δεν μπορούμε να αποκόψουμε την πολιτική κατάσταση της νεολαίας από το κυρίαρχο ζήτημα του καιρού μας: την στρατηγική επίθεση του κεφαλαίου ενάντια στην εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα. Ο προσδιορισμός «στρατηγική» είναι αναγκαίος γιατί καθορίζει το βάθος, τους στόχους και τα μέσα της επίθεσης αλλά και τις προϋποθέσεις που την καθιστούν εφικτή.

Στόχος της επίθεσης του καπιταλιστικού-ιμπεριαλιστικού συστήματος παγκόσμια, είναι η ιστορική ρεβάνς απέναντι στον κόσμο της εργασίας, η επιστροφή στον κοινωνικό μεσαίωνα, η ολοκληρωτική κυριαρχία απέναντι στην εργατική τάξη. Οι δυνάμεις της βαρβαρότητας θέλουν να διασπάσουν πλήρως την εργατική τάξη, να διαμορφώσουν εργαζόμενους σκλάβους που θα δουλεύουν άνευ όρων για την κερδοφορία τους. Θέλουν να αποσπάσουν όχι μόνο τις κατακτήσεις που θεμελίωσε το εργατικό-λαϊκό κίνημα, αλλά και την ίδια την δυνατότητα των εργαζόμενων να πετυχαίνουν νίκες.

Ο μακρινός ορίζοντας της επίθεσης, προσδιορίζει τους στόχους και τα μέσα της επίθεσης.

Κυρίαρχα, η επίθεση λαμβάνει χώρα και κατευθύνεται στο πεδίο της εργασίας. Η στιγμή που ο νέος άνθρωπος πιάνει δουλειά, είτε αυτό συμβαίνει στα 16 του χρόνια είτε συμβαίνει στα 28, είναι που καθορίζει την θέση του στην κοινωνία. Μέχρι τότε ο νέος άνθρωπος έχει ταξική προέλευση και ταξική προοπτική. Από την στιγμή όμως που συμμετέχει στην διαδικασία της παραγωγής, είναι που η κοινωνική του διαμόρφωση παίρνει σάρκα και οστά. Γι’ αυτό οι δυνάμεις της βαρβαρότητας φροντίζουν από μικρή ηλικία να μολύνουν τις συνειδήσεις των νέων ανθρώπων με τις απόψεις του ατομισμού και της υποταγής. Γι’ αυτό η επίθεση ενάντια στο δικαίωμα στην μόνιμη και σταθερή δουλειά, έχει αποκτήσει καθοριστική σημασία.

Το κεφάλαιο διαμορφώνει ένα εργασιακό τοπίο πλήρους υποταγής, όπου με θεσμοθετημένο τρόπο ο νέος εργαζόμενος εισέρχεται στην εργασία με χειρότερους όρους από τις προηγούμενες γενιές. Είτε αναγκάζεται να δουλέψει ανασφάλιστος και χωρίς δικαιώματα, είτε προσλαμβάνεται με μισθό μικρότερο του κανονικού. Οι ατομικές συμβάσεις εργασίας παίζουν καθοριστικό ρόλο στην δυνατότητα αυτή, καθώς είναι απογυμνωμένες από κάθε δικαίωμα και συλλογική διεκδίκηση. Ο νέος άνθρωπος μαθαίνει από την πρώτη μέρα στην δουλειά ότι η εργασία είναι μια ατομική υπόθεση. Μαθαίνει ότι η προσωπική του εξέλιξη ταυτίζεται με τα συμφέροντα της εργοδοσίας και δεν συναντιέται με τα ταξικά συμφέροντα των άλλων εργαζόμενων.

Για να συντηρεί και να διευρύνει τους συσχετισμούς αυτούς, το καπιταλιστικό-ιμπεριαλιστικό σύστημα πρέπει να διαμορφώσει το ανάλογο κοινωνικό και πολιτιστικό περιβάλλον. Η αστική τάξη διαμορφώνει την συνείδηση των «άξιων και των ανάξιων», που προοδεύουν στην κοινωνία με βάση τις ατομικές τους ικανότητες. Διδάσκει την άποψη για τις «ανεπτυγμένες χώρες» του δυτικού κόσμου και τους «καθυστερημένους λαούς» των εξαρτημένων χωρών. Διδάσκει ότι τα μέσα παραγωγής και η οικονομία πρέπει να ανήκουν σε αυτήν και ότι το μόνο που μπορεί δει ένας νέος άνθρωπος ως προοπτική είναι να καταλάβει μια ανώτερη ή κατώτερη θέση στον καπιταλιστικό καταμερισμό της εργασίας. Η κοινωνία παραγράφεται ως προκαθορισμένη και αμετάβλητη.

Στο πολιτιστικό επίπεδο, η νεολαία βομβαρδίζεται καθημερινά από χίλιες οθόνες, με όλη την σαπίλα του κόσμου της εκμετάλλευσης. Μαθαίνει να ακολουθεί έναν ατομικό και απομονωμένο τρόπο ζωής, να «κοιτάζει τον εαυτό της». Μαθαίνει ότι η αλληλεγγύη και η τιμιότητα είναι λέξεις χωρίς νόημα. Ο νέος πρέπει πρώτα από όλα να μάθει ότι ο ίδιος ευθύνεται για τα δεινά που τον περιμένουν επειδή είναι ανεπαρκής, και ότι αυτή η «φυσιολογική τάξη των πραγμάτων» είναι ανεπίστρεπτη. Ο νέος άνθρωπος μαθαίνει να μην έχει ανάγκες.

Η εκπαιδευτική διαδικασία, παίζει κομβικό ρόλο στην διαμόρφωση της συνείδησης και οφείλει και εκείνη να προσαρμοστεί και να ευθυγραμμιστεί στις ανάγκες της επίθεσης, ώστε να την υπηρετήσει. Τα σχολεία και οι σχολές πρέπει να έχουν απλήρωτες πρακτικές με συμβάσεις χωρίς ένσημα, προκειμένου να διδάσκουν τις νέες εργασιακές σχέσεις. Η πολιτική πρέπει να εξοριστεί από τις τάξεις και τα αμφιθέατρα, και κάθε κινηματική δραστηριότητα να ενοχοποιηθεί «ως εχθρός της γνώσης» και να κατασταλεί με φασιστικό τρόπο. Πρέπει να πειστεί η νεολαία ότι σκοπός της ζωής της είναι να διαβάζει και να δουλεύει, χωρίς να αντιστέκεται να διεκδικεί. Από κοντά, και οι υπόλοιποι θεσμοί, ο στρατός και η εκκλησία, κηρύττουν καθημερινά την υποταγή και τον πειθαναγκασμό.

Από πού προκύπτει η δυνατότητα του κεφαλαίου να περνάει την πολιτική του; Η απάντηση πρέπει να αναζητηθεί στους συσχετισμούς που διαμορφώθηκαν με την ολοκλήρωση της ήττας του επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος. Όταν ολοκληρώθηκαν οι ανατροπές στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες, το 1989-91, το σύστημα της εκμετάλλευσης διακήρυξε την ιστορική του νίκη. Αναγόρευσε τον αστικό κοινοβουλευτισμό σε αιώνιο πολιτικό σύστημα και τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής σε μονόδρομο χωρίς εναλλακτική. Έκτοτε, οι πλατιές μάζες της νεολαίας γεννήθηκαν σε έναν κόσμο υπό την ιδεολογική κυριαρχία του εχθρού. Ας αναλογιστούμε ότι η στρατηγική επίθεση του κεφαλαίου κρατάει ήδη 4 δεκαετίες, αν τοποθετήσουμε την έναρξη την στην διαμόρφωση του παγκόσμιου αντεργατικού μετώπου Ρήγκαν-Θάτσερ-Γκορμπατζόφ και Τενγκ Σιάο Πινγκ. Συνεπώς, έχουν παρέλθει δύο συνεχόμενες γενιές όπου για τους νέους ανθρώπους του κόσμου, θεωρείται «δεδομένο» ότι θα ζήσουν χειρότερα από την προηγούμενη γενιά. Διδάσκονταν ότι οι κοινωνικές επαναστάσεις ήτανε μια «ιστορική παρένθεση», ότι πήγανε εναντία στην «φυσιολογική» τάξη των πραγμάτων, ότι «βιάσανε την ιστορία».

Οι πλατιές μάζες της νεολαίας διδάσκονται το κυρίαρχο αφήγημα για το σοσιαλιστικό σύστημα: ένα ανελεύθερο καθεστώς που καταπίεζε το άτομο, και για αυτό κατέρρευσε. Ο κομμουνισμός είναι μια ουτοπική θεωρία, καλή στα χαρτιά, ανεφάρμοστη όμως στην πράξη.

Ταυτόχρονα, και μέσα στο εσωτερικό του λαϊκού κινήματος, στις περισσότερες χώρες του κόσμου, υφίσταται η πολιτικό-οργανωτική ηγεμονία του ρεφορμισμού σε όλες του τις μορφές. Πρώτα και κύρια, υπάρχουν μια σειρά σοσιαλδημοκρατικα και ρεφορμιστικά αριστερά κόμματα που μπορούν να εμφανίζονται ως «αριστερά» απορροφώντας πλατιές μάζες της νεολαίας, ενώ στην πραγματικότητα προτείνουν μια όχι λιγότερο αντιδραστική διαχείριση του συστήματος. Δεύτερον, υπάρχουν μια σειρά δυνάμεις που μπορούν να εμφανίζονται ως κομμουνιστικές, ανεξάρτητα εάν προέρχονται από τον κλασσικό ρεβιζιονισμό ή από τροτσκιστικά, νέο-αντικαπιταλιστικά μορφώματα. Οι δυνάμεις αυτές προκαλούν μεγάλη σύγχυση, γιατί ενώ εκλαμβάνονται από τις πλατιές μάζες ως εκφραστές του κομμουνισμού, σε επίπεδο πολιτικής γραμμής παραμένουν στο έδαφος του καπιταλιστικού μονόδρομου. Τέλος, αρκετά μαζικές είναι οι απόψεις της αναρχίας, ειδικά στην Ευρώπη, αλλά και σε πολλές περιπτώσεις οι ψευτοεπαναστατικές πρακτικές της «μειοψηφικής βίας». Η αλληλοτροφοδότηση των ρευμάτων αυτών είναι ένα σημαντικό πολιτικό στοιχείο, καθώς η αναποτελεσματικότητα του ενός ενισχύει το άλλο, παραμένοντας όμως σε κοινό μέτωπο ενάντια στο κομμουνιστικό κίνημα και την μαζική του λογική.

Η κυριαρχία του ρεφορμισμού στο λαϊκό κίνημα δεν έχει καταστεί δυνατή από την πολιτική του δράση, καθώς η ηγεμονία αυτή έχει οδηγήσει τις μάζες από ήττα σε ήττα και από απογοήτευση σε απογοήτευση. Η πολιτική ηγεμονία μπορεί να ξηγηθεί μόνο από την απουσία της σοσιαλιστική προοπτικής.

Συνεπώς, ένας νέος άνθρωπος σήμερα όχι μόνο μαθαίνει ότι δεν μπορεί να υπάρξει άλλη προοπτική, αλλά και όταν εντάσσεται στις γραμμές του κινήματος, διδάσκεται ότι αυτό που πρέπει να διεκδικήσει τα κίνημα είναι όχι να ανατρέψει το άδικο καπιταλιστικό σύστημα αλλά να αναζητήσει μέσα στον ίδιο του μηχανισμό, στην οικονομία και την εκπαίδευση, στους κοινοβουλευτικούς θεσμούς και την δικαιοσύνη, αλλαγές που θα φέρουν λύση στα λαϊκά προβλήματα. Η προσπάθεια οικοδόμησης εστιών Αντίστασης και Διεκδίκησης, θεωρήθηκε μακρινή, αμυντική και ανεδαφική υπόθεση.

Ακόμα και στις γραμμές του κινήματος κυριαρχούν οι αντικομμουνιστικές και αντιοργανωτικές απόψεις, αναπαράγεται με έναν άλλον, ιδιόμορφο τρόπο ο μικροαστικός ατομισμός, δυσφημείται η πειθαρχία και η οργάνωση, ως μέθοδοι αναπαραγωγής του «σταλινισμού». Την ίδια όμως στιγμή, στα σωματεία και τους συλλόγους κυριαρχούν οι αντιδημοκρατικές συμπεριφορές, τα ξεπουλήματα και το ψέμα. Οι ψευτοδημοκράτες μικροαστοί, ξαχνάνε την δημοκρατία όταν έρθει η κρίσιμη στιγμή να επιβάλλουν τις απόψεις τους πάνω στις μάζες και να τις αποκόψουν από τα σωστά αιτήματα που εκείνες αναδεικνύουν.

Δεν είναι χωρίς εξήγηση το γεγονός ότι η πλειοψηφία των νέων ανθρώπων δεν είναι οργανωμένοι στα σωματεία, δεν έχουν κινηματικές παραστάσεις και δεν έχουν διαμορφώσει μια ιστορικό-πολιτική συνείδηση των κατακτήσεων που τους ανήκουν.

Η επίθεση του κεφαλαίου συνεπώς καθορίζει και τα καθήκοντα μας στην σημερινή περίοδο: την συγκρότηση των λαϊκών δυνάμεων σε επίπεδο εκείνο, οργανωτικό, ιδεολογικό, πολιτικό, που να ανατρέπουν και να νικούν την επίθεση του συστήματος, να περιφρουρούν τις κατακτήσεις τους ή να αποσπούν νέες, που να αντιστοιχούν στο επίπεδο της δικής τους συνείδησης και όχι απλώς να είναι αποτύπωμα του παρελθόντος.

Β) Σημαντικοί κόμβοι του κινήματος της νεολαίας στην Ελλάδα

Η Ελλάδα είναι μια χώρα εξαρτημένη στον ιμπεριαλισμό, στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ, που κυβερνάται από την αντιδραστική συμμαχία της μεγαλοαστικής τάξης με τον Αμερικανικό και Δυτικοευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό.

Πέρα από τα γενικά χαρακτηριστικά του κινήματος, το οποίο όπως στις περισσότερες περιοχές του κόσμου βρίσκεται σε φάση οπισθοχώρησης, στην Ελλάδα το κίνημα μας έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Υπάρχει διάχυτη στην κοινωνία μια κινηματική παράδοση και πλούσια ιστορικά κινημάτων και εξεγέρσεων με κορμό το κομμουνιστικό κίνημα. Το τρίπτυχο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-Πολυτεχνείο είναι χαραγμένο βαθιά στην ιστορική συνείδηση, και προεκτείνεται μακρύτερα στο χρόνο, τροφοδοτώντας μικρότερα ή μεγαλύτερα κινηματικά γεγονότα, με επίκεντρο πάντα τη νεολαία.

Γι’ αυτό οι εκπρόσωποι της αστικής τάξης μιλούνε συχνά για μια «ιδεολογική ηγεμονία της αριστεράς», διακηρύττουν ότι η αριστερά «έχασε τον εμφύλιο όμως κυβέρνησε τον τόπο». Γνωρίζουν πολύ καλά ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει, όμως σκοπός τους είναι να ξεριζώσουν από την συνείδηση των νέων κάθε μνήμη που συγκροτεί Αντίσταση, κάθε πρότυπο που εμπνέει Αγώνα.

Η αστική τάξη θέλει να εμφανίσει την κρίση που προκάλεσε ως κρίση ολόκληρης της κοινωνίας. Θέλει να εμφανίσει τις θυσίες που ζητάει από τον λαό ως αναγκαία συνεισφορά που γίνεται από τα στρώματα. Θέλει να εμφανίσει την κερδοφορία και ευημερία της ως στόχο για όλη την χώρα. Την υποταγή και την υποτέλεια στους ιμπεριαλιστές και την συμμετοχή τις εκστρατείες τους, ως εγγύηση και διέξοδο για τις νέες γενιές.

Η τωρινή κυβέρνηση των ρεφορμιστών που πέταξαν τις μάσκες τους και έγιναν πλέον κομμάτι του αστικού προσωπικού, καπηλεύεται το όνομα της Αριστεράς και προσφέρει ανεκτίμητες υπηρεσίες στην αστική τάξη, οδηγώντας τις μάζες στον αποπροσανατολισμό και στην φασιστική ιδεολογία. Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ είναι μια δεξιά και αντιλαϊκή κυβέρνηση και δεν έχει καμία σχέση με το κίνημα μας.

Η χθεσινή μας επίσκεψη στον τόπο εξορίας της Ακροναυπλίας, λαμβάνει ιδιαίτερη σημασία, γιατί το μέτωπο της Ιστορίας και της ιδεολογίας είναι καθοριστικό για την διαμόρφωση της συνείδησης ενός νέου ανθρώπου. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι οι εχθροί μας θέλουν να αφομοιώσουν τόσο τον Μπελογιάννη όσο και τον Τεμπονέρα, τόσο το Πολυτεχνείο του ’73 όσο και τον Δεκέμβρη του 2008. Με μια έννοια, και η σημερινή εισήγηση είναι Ιστορία, μιας και θα αναφερθεί στην σύντομη ιστορία των νεανικών κινημάτων που ξέσπασαν στην Ελλάδα, κινήματα τα οποία προσπαθεί να εκμεταλλευτεί, να αφομοιώσει και να απονευρώσει η κυβέρνηση, ώστε να προετοιμάσει την κλιμάκωση της επίθεσης.

Στην Ελλάδα, οι καλύτεροι συσχετισμοί βρίσκονταν συγκεντρωμένοι στον χώρο της εκπαίδευσης, στο φοιτητικό και το μαθητικό κίνημα, στους εργαζόμενους εκπαιδευτικούς. Πολύ συχνά, το φοιτητικό κίνημα έπαιζε τον ρόλο του πυροδότη και συγκέντρωνε γύρω του και άλλες μάζες της νεολαίας, βαδίζοντας στο πλευρό του λαού. Μια σειρά κινηματικά γεγονότα έδρασαν ως χαλαρά συνδεδεμένοι κρίκοι μιας εννοίας αλυσίδας. Στο τέλος της δεκαετίας του 1990 και στις αρχές του 2000, μια σειρά εκπαιδευτικά και αντιπολεμικά κινήματα ξέσπασαν έχοντας ως κορμό τη νεολαία, βάζοντας τα θεμέλια για την μετέπειτα ριζοσπαστικοποίηση. Ρόλο καθοδηγητή και ιστορικού παραδείγματος έπαιξε το κίνημα του 1991 ενάντια στο εκπαιδευτικό πολυνομοσχέδιο και η πρωτοπόρος μορφή του κομμουνιστική Νίκου Τεμπονέρα, που δολοφονήθηκε από τους φασίστες παρακρατικούς.

Το 1998, ο μαθητικός ξεσηκωμός ενάντια στο νόμο Αρσένη για τις γενικές εξετάσεις του λυκείου παραλύει την κυβερνητική πολιτική, η οποία περνάει με μεγάλη δυσκολία. Λίγο αργότερα, οι εκπαιδευτικοί γίνουν μια σημαντική μάχη για το δικαίωμα στην δουλειά και τον μαζικό διορισμό (ενάντια στον «ΑΣΕΠ»). Οι μάζες της νεολαίας είναι που θα πρωτοστατήσουν στην παλλαϊκή καταγγελία των ΝΑΤΟϊκών βομβαρδισμών στην Γιουγκοσλαβία το 1999, και στην μετατροπή της χώρας σε ιμπεριαλιστικό ορμητήριο.

Στο πολιτικό επίπεδο, μπορεί το τότε μαθητικό και φοιτητικό κίνημα να κυριαρχούνται από την ΚΝΕ, όμως οι στόχοι Αντίστασης που τίθενται από τις μάζες βάζουν το σπέρμα του μελλοντικού ξεπεράσματος της. Ήδη η ηγεσία των ρεβιζιονιστών-ρεφορμιστών νιώθει όλο και πιο άβολα στο να συμμετέχει σε κινήματα που συγκρούονται ολομέτωπα με την αντιλαϊκή επίθεση και συγκεντρώνουν προϋποθέσεις για την ανατροπή κάποιων σημαντικών της πλευρών. Αναζητά έτσι λύσεις εξόδου από το μαζικό κίνημα και οικοδόμησης παράλληλων μορφωμάτων, όπως το ΠΑΜΕ, όπου θα διασφαλίζουν την δυνατότητα της αποκοπής της ηγεσίας του ΚΚΕ από τα μαζικά εξεγερσιακά γεγονότα.

Παράλληλα, διαμορφώνεται μια ιδιαίτερη παράλληλη συσπείρωση, που εμφανίζεται στο λεγόμενο Φόρουμ, με την ταμπέλα «κίνημα ενάντια στην παγκοσμιοποίηση», συνενώνει μια σειρά φαινομενικά διαφορετικές δυνάμεις, τροτσκιστικές, νέο-αντικαπιταλιστικές ή και αναρχικές, κάτω πάντα από την κυριαρχία του ρεφορμισμού. Ενοποιητικό στοιχείο της τάσης αυτής είναι η απόρριψη του κομμουνιστικού κινήματος και της λενινιστικής ανάλυσης για τον ιμπεριαλισμό, η ανοιχτή αναζήτηση λύσεων μέσα στο έδαφος του αστικού κράτους.

Η Αμερικάνικη εισβολή στο Ιράκ το 2003, υπήρξε το σημείο συνάντησης πολλών εξελίξεων. Η νεολαία που πολλοί χαρακτήρισαν ενσωματωμένη και ηττημένη, κατά εκατομμύρια ξεχύθηκε στους δρόμους και απαίτησε ειρήνη και τερματισμό του πολέμου. Ειδικά στην Ελλάδα το αντιπολεμικό μένος ενώθηκε με την αντιιμπεριαλιστική, αντιαμερικανική παράδοση δημιουργώντας ένα εκρηκτικό μίγμα. Οι συγκρούσεις στον δρόμο ήτανε και πάλι καθημερινό φαινόμενο.

Όλη αυτή η πορεία ριζοσπαστικοποίησης, αναζήτησε και βρήκε πιο πολιτικοποίημενη διέξοδο εκεί όπου οι πολιτικοί συσχετισμοί το επέτρεπαν: στο φοιτητικό κίνημα. Συμπληρώθηκαν φέτος 10 χρόνια από το τέλος του μαζικού φοιτητικού ξεσηκωμού, που πυροδοτήθηκε τον Μάη του 2006 και έληξε το Πάσχα του 2007. Επί πέντε μήνες, τον Μάη-Ιούνη του 2006 και τον Γενάρη-Φλεβάρη-Μάρτη του 2007, η μεγάλη πλειοψηφία των συλλόγων αποφάσισαν με βδομαδιάτικες συνελεύσεις καταλήψεις διαρκείας ενάντια στο νόμο-πλαίσια για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, που είναι ουσιαστικά ο νόμος που εφαρμόζεται σήμερα. Τις Πέμπτες, οι φοιτητές κατά χιλιάδες πλημύριζαν τους δρόμους σε όλες τις μεγάλες πόλεις της χώρας, μπλοκάροντας όχι μόνο ένα νομοσχέδιο, αλλά και γενικότερα την κυβερνητική πολιτική, αφού για έναν ολόκληρο χρόνο η κυβέρνηση της δεξιάς δεν τολμούσε να κατεβάσει κεντρικό νομοσχέδιο, υπό τον φόβο της συνένωσης του λαϊκού κινήματος με το φοιτητικό κίνημα. Το επίδικο της αντιπαράθεσης ακόμα και σήμερα είναι ανοιχτό για το σύστημα και το φοιτητικό κίνημα, καθώς οι στόχοι για ένταση των ταξικών φραγμών και πετάγματος από το πανεπιστήμιο σημαντικού μέρους των πλατιών λαϊκών μαζών δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί.

Ο φοιτητικός ξεσηκωμός παρέσυρε στον δρόμο το μαθητικό κίνημα, που πραγματοποίησε καταλήψεις σε 1.000 σχολεία τον Οκτώβρη του 2006, και τους εργαζόμενους εκπαιδευτικούς που πραγματοποίησαν απεργία 6 εβδομάδων και απαίτησαν αυξήσεις στους μισθούς. Μπροστά στα απανωτά κινηματικά ξεσπάσματα, η κυβέρνηση προχωρούσε σε ελιγμούς ώστε να αποφύγει την κλιμάκωση. Το σύστημα αναγκάστηκε να αναβάλλει την Συνταγματική αναθεώρηση κάτω από την πίεση του κινήματος, γεγονός που υπήρξε σημαντική λαϊκή νίκη.

Σε αυτό το κρίσιμο σημείο, αναδείχθηκε για πρώτη φορά τόσο φανερά το ζήτημα της πρωτοπορίας του κινήματος. Οι κυρίαρχες δυνάμεις στην Αριστερά, και ειδικά η ηγεσία του ΚΚΕ η οποία είχε πεταχτεί έξω από το κίνημα, στην πράξη υπονόμευσαν πολιτικά κάθε δυνατότητα για δημιουργία ενιαίου μετώπου, τόσο οργανωτικά όσο και πολιτικά. Αρνήθηκαν να προτάξουν ως κύριο στόχο τα αιτήματα που ανέδειξε ο αγώνας. Θεώρησαν την Αντίσταση «λίγη και αμυντική» και τους στόχους «ηττοπαθείς». Είναι οι ίδιες δυνάμεις, του ρεφορμισμού, του νεορεφορμισού και του αναρχισμού, που σήμερα θεωρούν παρόμοιους στόχους ανέφικτους και σπέρνουν την απογοήτευση στις μάζες εντείνοντας το αίσθημα της αναποτελεσματικότητας.

Η κυβέρνηση φρόντισε με την βοήθεια του ρεφορμισμού να απομονώσει το φοιτητικό κίνημα, περίμενε υπομονετικά να αποσυρθούν οι εκπαιδευτικοί και οι μαθητές, και την κρίσιμη στιγμή επανέφερε το νόμο-πλαίσιο προς ψήφιση. Τη 8η Μάρτη του 2007, στην μεγαλύτερη φοιτητική διαδήλωση μετά από 30 χρόνια, η κυβέρνηση κατέβασε την αστυνομία στο δρόμο και αιματοκύλισε τους φοιτητές, περνώντας το νόμο πάνω από ανοιγμένα κεφάλια και δεκάδες συλληφθέντες. Τις ημέρες εκείνες αναδείχθηκε όσο τίποτα το πολιτικό έλλειμμα ενός μαζικού φορέα που θα συνενώνει τις εστίες Αντίστασης σε ένα πολιτικό-κοινωνικό Μέτωπο Αντίστασης. Αναδείχθηκε επίσης το λειψό κοινωνικό όριο που έχει ένα φοιτητικό κίνημα αποκομμένο από την λαϊκή στήριξη και συμπαράσταση. Αναδείχθηκε το έλλειμμα της κοινωνικής πρωτοπορίας που θα πάρει τον αγώνα από τα αδύναμα χέρια των φοιτητών και θα τον οδηγήσει στο πεδίο της παραγωγής, στο νεύρο της αστικής κυριαρχίας.

Παρόλα αυτά, η νίκη του συστήματος αποδείχθηκε Πύρρεια. Η μαζική χρήση των μεθόδων καταστολής, η καθημερινή προπαγάνδα ενάντια στη νεολαία από τα ΜΜΕ που αποκαλούσαν τους αγωνιζόμενους «αλήτες» και «εγκληματίες», θέριεψε το μίσος για τις δυνάμεις καταστολής. Ταυτόχρονα, η συνεχής πτώση των μισθών, η εξάπλωση των ελαστικών σχέσεων εργασίας, η μαζική ανεργία δημιούργησαν ένα μαζικό αίσθημα ασφυξίας και αδιεξόδου, το οποίο συνοδεύονταν από ένα αίσθημα κοινωνικού και πολιτικού αδιεξόδου. Τόσο από τα κυρίαρχα αστικά κόμματα, όσο και από τις δυνάμεις της αριστεράς.

Το αίσθημα ασφυξίας λύθηκε με οργή πάνω στις δυνάμεις καταστολής και με μαζικές διαδηλώσεις στους δρόμους της χώρας, ύστερα από την δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου στην Αθήνα το 2008 και η αστική τάξη πλήρωσε την αλαζονεία της. Ο Μπερκίν Ελβάν και ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος θυμίζουν στους νέους και στις δύο όχθες του Αιγαίου με ποιον και ενάντια σε ποιον έχουν συμφέρον να πολεμήσουν! Είναι ενάντια στις δύο αστικές τάξεις και στους ιμπεριαλιστές δυνάστες, που υπογράφουν κάθε μέρα νέα αντιλαϊκά μέτρα, και σέρνουν τους λαούς σε νέους πολέμους για να μοιράσουν τον κόσμο.

Όμως και το κίνημα μας πλήρωσε την ανεπάρκεια του και το πολιτικό του επίπεδο, με την μαζικοποίηση του χώρου της αναρχίας-αυτονομίας, που έδρασε όλα αυτά τα χρόνια εκτονωτικά και συμπληρωματικά με τον δεξιό ρεφορμισμό. Τον Δεκέμβρη του 2008, στους καιγόμενους δρόμους της Αθήνας έγιναν όσο ποτέ φανερές οι διαχωριστικές γραμμές στην επαναστατική και την ρεφορμιστική Αριστερά, στην Αριστερά εκείνη που θέλει να πολιτικοποιήσει το κίνημα και την Αριστερά εκείνη που ρίχνει το επίπεδο του κινήματος, είτε με τον σεχταρισμό και την προβοκατορολογία, είτε με τον κυβερνητισμό και την προτασεολογία.

Σε αυτή την κατάσταση βρήκε το κίνημα της νεολαίας το ξέσπασμα της σημερινής φάσης της κρίσης του καπιταλιστικού-ιμπεριαλιστικού συστήματος. Το κίνημα της νεολαίας ήτανε μεν σε έξαρση, όμως σε επίπεδο συλλόγων και οργάνων πάλης η υπονομευτική δράση του ρεφορμισμού είχε αρχίσει να διαβρώνει την δυνατότητα οργάνωσης του. Στις μεγάλες διαδηλώσεις που ακολούθησαν την είσοδο της χώρας στο ΔΝΤ και τους διεθνείς ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς επιτήρησης της ΕΕ, η νεολαία με μαζικό τρόπο κατέβηκε στους δρόμους σε μεγάλες διαδηλώσεις και γενικές απεργίες. Η δραστηριοποίηση όμως αυτή όλο και περισσότερο δεν γίνονταν μέσα από τα μαζικά όργανα του κινήματος, ούτε με αιτήματα πάλης. Οι στόχοι πάλης άρχισαν να απομακρύνονται όσο πιο κοντά έφτανε η προοπτική της «αριστερής κυβέρνησης».

Σε αυτή την κρίσιμη περίοδο οι δυνάμεις μας αντιτάχθηκαν αποφασιστικά στις πρακτικές που προώθησαν τον αντιοργανωτισμό, το «έξω από το κίνημα τα κόμματα και τα συνδικάτα», αντιδραστικό σύνθημα που άνοιξε τις πύλες για περάσουν μέσα στο κίνημα κάθε είδους προβοκάτορες και φασιστοειδή. Παρά τις μικρές μας δυνάμεις, αντιταχθήκαμε αποφασιστικά και δεν υποκύψαμε σε τραμπουκισμούς και απειλές. Οι νέοι μας αγωνιστές σφυρηλατήθηκαν από αυτές τις αντιπαραθέσεις.

Οι δύο κυρίαρχες σημερινές απόψεις μέσα στην Αριστερά είχανε ήδη διαμορφωθεί και αποτυπώθηκαν ολοκάθαρα στο νέο κύμα των παλλαϊκών και απεργιακών αγώνων του 2010-12, που ακλούθησε τις λεγόμενες «συγκεντρώσεις των πλατειών». Η μια άποψη, από τον κλασσικό ρεβιζιονισμό του ΚΚΕ, της λαϊκής εξουσίας, η οποία χρησιμοποιείται ως άλλοθι για την προδοσία των κινημάτων που ξεσπούν. Και η άλλη, του λεγόμενου αντικαπιταλιστικού πόλου και του «μεταβατικού αντικαπιταλιστικού προγράμματος», που σύρθηκε με τον κυβερνητισμό της πίσω από τον ΣΥΡΙΖΑ.

Από το 2012 και τις διπλές εκλογές που έγιναν στην χώρα, η κυριαρχία του ρεφορμισμού και ο κυβερνητισμός πήρανε κεφάλι και οι άρχισαν να κλείνουν ένα-ένα τα απεργιακά και νεολαιίστικα κινήματα, υποτάσσοντας τα στον στόχο της κυβερνητικής εναλλαγής. Οι κυρίαρχες απόψεις μέσα στο κίνημα αδυνατούσαν να αντιπαρατεθούν σε αυτή την εξέλιξη, μιας και εκείνες αναπαρήγαγαν τις ίδιες αυταπάτες για τον ρόλο των εκλογών, της κυβέρνησης και του κράτους. Άρχισαν έτσι να μετατρέπουν τις μαζικές κινητοποιήσεις σε προεκλογικές συγκεντρώσεις ή σε πεδίο προπαγάνδισης των ανεδαφικών τους προγραμμάτων, εξηγούσαν στις μάζες ότι αυτό που χρειάζεται είναι ένα «πιο ολοκλρωμένο πρόγραμμα», μια «καλύτερη πρόταση» από εκείνη του ΣΥΡΙΖΑ. Το να προτείνεις δήθεν ολοκληρωμένα σοσιαλιστικά και αντικαπιταλιστικά προγράμματα χωρίς να είναι συγκροτημένοι η εργατική τάξη και οι σύμμαχοι της, μοιάζει με έναν στρατηγό που δίνει θαυμάσιες οδηγίες επίθεσης σε έναν ανύπαρκτο στρατό. Οι κυρίαρχες δύο απόψεις στην αριστερά οδήγησαν στις πλατιές μάζες της νεολαίας στην παραίτηση και το κίνημα σε ύφεση.

Για να καταλήξουν, στο αποκορύφωμα της πολιτικής όξυνσης και οι δύο στην συμμετοχή, η κάθε μια με τον δικό της τρόπο, στο ντροπιαστικό δημοψήφισμα του 2015, με το οποίο ολοκληρώθηκε ένας πρώτος πολιτικός κύκλος με την επιβολή και την εμπέδωση των μνημονίων. Οι δυνάμεις της αντίδρασης ένιωσαν και πάλι άνετα. Οι φασίστες άρχισαν να κράζουν πιο δυνατά. Οι ρεφορμιστές δικαιώθηκαν. Και όλοι ξέχασαν τους φόβους που τους προκαλούσε ένας γενικευμένος ξεσηκωμός και άρχισαν να λένε με ένα στόμα: «ήτανε λίγο και ανεπαρκές το κίνημα σας».

Ναι το γνωρίζουμε, ήτανε λίγο και ανεπαρκές είχε χαμηλό πολιτικό επίπεδο. Ήτανε ξεκομμένο από κοινωνική του πρωτοπορία, την εργατική τάξη, η οποία δεν είχε ανεξάρτητη πολιτική έκφραση, δεν έχει το δικό της κόμμα. Έτσι κυριάρχησαν οι μικροαστικές φαντασιώσεις για το κράτους και τους αστικούς θεσμούς. Είχε ως ηγεμονικό τον χαρακτήρα του αυθόρμητου και λειψό προσανατολισμό, διασκορπίστηκαν μέσα στο κίνημα μας κάθε είδους αυταπάτες και ψέματα. Όμως αυτό το λίγο και ανεπαρκές κίνημα είναι η ελπίδα και η προοπτική, είναι το φως που πρέπει να κρατηθεί αναμμένο, μέσα στα σκοτάδια της φασιστικοποίησης και της φτώχιας, της μετανάστευσης και των ναρκωτικών, της απογοήτευσης και της παραίτησης. Να περιφρουρήσουμε το κίνημα μας που βαδίζει «όπως η μέρα μέσα στη νύχτα», δανειζόμενοι το σύνθημα που με μεγάλη ωριμότητα φώναξαν οι Γάλλοι νεολαίοι, αναγνωρίζοντας το μαύρο πλαίσιο μέσα στο οποίο έδωσαν την άνιση αλλά σημαντική ενάντια στον αντεργατικό νόμο Μακρόν.

Σήμερα, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί να λεηλατήσει το κίνημα της νεολαίας. Επιχειρεί να παρουσιάσει ως μάταια το φοιτητικό κίνημα, τον Δεκέμβρη του 2008, αλλά και τα μετέπειτα κινήματα που είχανε ως αιμοδότη ή και συμπαραστάτη τη νεολαία: την Κερατέα την Χαλκιδική, την απεργία στην Μανωλάδα, την απεργία της Χαλυβουργίας, το κίνημα των καθαριστριών ενάντια στις ελαστικές σχέσεις εργασίας, τα αγροτικά μπλόκα, την επικηρυγμένη απεργία των καθηγητών και τόσα άλλα μικρά και μεγάλα μέτωπα. Όπως η αστική τάξη μιλάει για ιστορική νίκη, η κυβέρνηση παρουσιάζει το δικό της αντιδραστικό αφήγημα για το ανέφικτο των κινημάτων και την αναπόφευκτη παντοδυναμία του συστήματος.

Είναι όρος για τις επόμενες μάχες που θα δοθούν, να κρατηθούν οι εστίες Αντίστασης ανάμενες, να περιφρουρηθεί το πολιτικό περιεχόμενο του αγώνα, ώστε να διατηρηθεί η ίδια η δυνατότητα για αγώνα. Και γνωρίζουμε ότι η μάχη αυτή δίνεται πρώτιστα στο πολιτικό-ιδεολογικό επίπεδο.

Γ) Η πάλη της δική μας άποψης

Η δική μας, η αντικαπιταλιστική, αντιιμπεριαλιστική, αντισυνδιαχειριστική άποψη, δεν προσήλθε στα κινήματα αυτά ως θεατής. Παρόλο που έχουμε γνώση των μικρών μας δυνατοτήτων και των μεγάλων μας ανεπαρκειών, αποτελέσαμε οργανικό κομμάτι των κινημάτων αυτών. Αναδείξαμε αγωνιστές μέσα στα μαζικά όργανα πάλης, που αποτέλεσαν σημείο αναφοράς για τον κοινωνικό τους χώρο και απέκτησαν αναγνώριση από το σύνολο του κινήματος.

Γνωρίζοντας πολύ καλά ότι απέχουμε πολύ από το να κατακτήσουμε έναν πρωτοπόρο ρόλο στο κίνημα της νεολαίας, κατορθώσαμε να συγκροτήσουμε δυνάμεις σε αρκετές πόλεις της χώρας, και να επεκτείνουμε την δουλειάς μας εκτός από το μαθητικό και το φοιτητικό κομμάτι, και σε χώρους νέων εργαζομένων και ανέργων. Η διαδικασία αυτή δεν συντελέστηκε χωρίς απώλειες και πολιτικά λάθη, χωρίς ελλείψεις και προβλήματα.

Προσπαθώντας να αφομοιώσουμε στην δράση μας τα διδάγματα από την Πολιτιστική Επανάσταση, αναγνωρίσαμε ότι πρέπει να επαναπροσδιοριστεί η σχέση υποκειμένου και μαζών. Η ιστορική ήττα του κομμουνιστικού κινήματος και η αποσύνθεση του μετώπου πάλης των λαών, η αφομοίωση του συνδικαλιστικού κινήματος, καθόρισαν τις πολιτικές αναγκαιότητας μιας ολόκληρης περιόδου. Το λαϊκό, εργατικό, κομμουνιστικό κίνημα πρέπει να ανακτήσει από την αρχή την εμπιστοσύνη των μαζών.

Αν λοιπόν θυμόμαστε το καθήκον συγκρότησης των λαϊκών δυνάμεων, οι κατευθύνεις της Αντίστασης ενάντια στην επίθεση και της Διεκδίκησης των λαϊκών κατακτήσεων, συγκροτούν για εμάς εκείνο το απαραίτητο και αναγκαίο πολιτικό υλικό για την ανασυγκρότηση του κινήματος σε αγωνιστική κατεύθυνση. Η γραμμή της

Αντίστασης και της Διεκδίκησης, συγκροτεί στόχους παλλαϊκούς, που αναδεικνύονται από τις ανάγκες των μαζών, συνενώνει όλα τα λαϊκά στρώματα στον κοινό πολιτικό στόχο της ανατροπής της επίθεσης.

Η πολιτική πρόταση που καταθέτουμε το κίνημα, το Μέτωπο Αντίστασης και Διεκδίκησης, αν και υιοθετήθηκε κατά περιπτώσεις και τοπικά από κομμάτια των μαζών και κάτω από την όξυνση των καταστάσεων, παρέμεινε ανολοκλήρωτη καθώς προσέκρουσε την κυριαρχία των ρεφορμιστικών και μικροαστικών απόψεων. Παρόλο που κάτω από την δική μας πίεση επιβάλλονταν κατά τόπους η κοινή δράση και τα σωστά αιτήματα, συνολικά οι δυνάμεις μας δεν μας επέτρεπαν να ανατρέψουμε την πορεία αποσυγκρότησης.

Αυτή η αναγνώριση, καθορίζει το καθήκον για εμάς να συγκεντρώσουμε δυνάμεις σε μια δύσκολη περίοδο, που να μπορούν να παίξουν τον ρόλο του καταλύτη, που να μην φρενάρουν αλλά να αναβαθμίζουν τις διαθέσεις των μαζών, να μην αφομοιώνονται μέσα στον χυλό. Προβάλλει η αναγκαιότητα να οικοδομηθεί μέσα στο κίνημα και στα μέτωπα πάλης μια τρίτη άποψη, εκείνη της Αναμέτρησης, που θα τραβάει προς τα εμπρός τις κινηματικές διαδικασίες και θα ανατρέψει σε μια πορεία την κυριαρχία του ρεφορμισμού.

Είμαστε φυσικά πολύ μακριά από μια τέτοια δυνατότητα, όμως η συμμετοχή μας στην ταξική πάλη μας έδωσε το συμπέρασμα ότι η πολιτικοποίηση δεν έρχεται από μόνη της στο κίνημα της νεολαίας αλλά αποτελεί ένα συνειδητό καθήκον που πρέπει να υλοποιηθεί σε συνθήκες αγώνα και πάλης.

Γι’ αυτό οριοθετηθήκαμε αποφασιστικά ενάντια στον αντιοργανωτισμό όπου τον συναντήσαμε, ενάντια στις αντιδημοκρατικές συμπεριφορές και τα ξεπουλήματα στους συλλόγους και τα σωματεία. Αντιταχθήκαμε στην λειψή οργάνωση και πειθαρχία στις διαδηλώσεις, που αφήναν τις μάζες έκθετες στις δυνάμεις καταστολής, χωρίς να βρίσκουμε δικαιολογίες για να αναχωρούμε από τις κρίσιμες καμπές της πάλης, αλλά παλεύοντας να πάρει η οργάνωση σάρκα και οστά εκεί όπου είναι αναγκαία.

Εναντιωθήκαμε στον αντικομμουνισμό και στην φασιστικοποίηση στην θεωρία, με την υπεράσπιση των επαναστατικών ιδεών και της ιστορίας του κομμουνιστικού κινήματος. Αλλά και στην πράξη, υπερασπίζοντας με όπλο την προκήρυξη το δικαίωμα στην οργάνωση και στον λόγο ενάντια σε όλους εκείνους που προσπάθησαν να φιμώσουν το κίνημα.

Επίπονα και επίμονα θέσαμε ξανά και ξανά το ζήτημα να συνδεθεί η πάλη ενάντια στον φασισμό-ναζισμό με την πάλη ενάντια στην πολιτική του συστήματος και τον πόλεμο, και προειδοποιήσαμε ότι από μόνες τους οι έννοιες αλληλεγγύη και δημοκρατία χωρίς να παίρνουν συγκεκριμένο πολιτικό πρόσημο είναι εκμεταλλεύσιμες. Αναδείξαμε τον κίνδυνο η ενσωμάτωση των Αριστερών απόψεων να αθωώσει στα μάτια κάποιων μαζών την φασιστική ιδεολογία η οποία πάτησε πάνω στις ανεπάρκειες του κινήματος και κέρδισε θέσεις στην απογοητευμένη νεολαία.

Προσπαθήσαμε να συνταιριάξουμε την μελέτη και την παραγωγή θέσεων και αναλύσεων για το κίνημα με μαζικά συνθήματα και στόχους πάλης. Εφαρμόσαμε χωρίς φόβο την λογική της ενότητας του κινήματος και της ταυτόχρονης αντιπαράθεσης των απόψεων μέσα στο κίνημα, μη διστάζοντας να συνεργαστούμε στην δράση με απόψεις πολύ διαφορετικές, αλλά πάντα σηκώνοντας ψηλά την σημαία της κριτικής ακόμα και αν αυτό δεν ακούγονταν ευχάριστο. Δεν αποδεχτήκαμε την άνευ όρων συγχώνευση των απόψεων μας σε έναν γενικόλο μέσο όρο.

Είναι αναγκαίο για το κίνημα μας να αναγνωρίσει το μικρό του μέγεθος, είναι αναγκαίο οι δυνάμεις μας να χρησιμοποιούσουν την αυτοκριτική για να βελτιωθούν, ώστε να προωθήσουμε πιο αποτελεσματικά το διεθνιστικό μας καθήκον, που δεν είναι άλλο από την ανασυγκρότηση του κινήματος στην χώρα μας σε επαναστατική κατεύθυνση. Είναι ανάγκη να χρησιμοποιήσουμε το όπλο της αυτοκριτικής για να συνδεθούμε με αποτελεσματικότερο τρόπο με τις μάζες της νεολαίας. Πρέπει να αναγνωρίσουμε εκείνα τα στοιχεία που θα κάνουν τον λόγο μας πιο πολιτικό, πιο άμεσο, πιο κατανοητό.

Είναι αναγκαίο για το ιδεολογικό μας ρεύμα να έχει συνείδηση ότι ο πρωτοπόρος ρόλος της εργατικής τάξης δεν είναι αυτονόητος και πρέπει να αποδειχθεί στα μικροαστικά στρώματα προκειμένου να δεχθούν να την ακολουθήσουν. Γνωρίζουμε ότι χωρίς να συμβαίνει μια τέτοια εξέλιξη, θα παραμένουν όρια στην ακτινοβολία της αντίληψη μας. Γι΄ αυτό τον λόγο, αποτελεί κρίσιμο ζητούμενο η κατάκτηση καλύτερων θέσεων στους νέους εργαζόμενους και η στράτευση κάποιων από αυτούς με την επαναστατική ιδεολογία.

Σύντροφοι,

Η πάλη των ιδεών μέσα στο κίνημα της νεολαίας, η πάλη για να ξαναβγούν οι μάζες της νεολαίας στο δρόμο και να τρομάξουν για ακόμα μια φορά τις δυνάμεις του συστήματος, είναι μακρόπνοη και απαιτεί αντοχή. Απαιτεί από τις επαναστατικές δυνάμεις να μην λυγίσουν απέναντι στις δυσκολίες, να μην συμβιβαστούν με τους συσχετισμούς, να διατηρήσουν την πίστη στις λαϊκές δυνάμεις και την εμπιστοσύνη στην δική πολιτική τους γραμμή. Απαιτεί να μην παραμείνουν μόνο στο επίπεδο της διακήρυξης, αλλά να αναζητήσουν μέτωπα και συνθήματα στο μαθητικό και στο φοιτητικό κίνημα, στους νέους εργαζόμενους. Δεν πρέπει να αφήσουμε τους μαζικούς χώρους έρμαια των κάθε λογής αντιδραστικών. Μόνο έτσι θα κατακτηθούν έγκαιρα θέσεις μέσα στις συνειδήσεις της νεολαίας για να μαζικοποιηθεί η επαναστατική άποψη και πρακτική.

Γι’ αυτό τον λόγο, όταν είδαμε υψωμένο το πανό με το πρόσωπο του νεολαίου πρωτοπόρου επαναστάτη Ιμπραήμ Καυπάκαγια να κυματίζει στην πλατεία Ταξίμ, πάνω από τα οδοφράγματα και τα δακρυγόνα, πήραμε θάρρος, αφού γνωρίζαμε ότι υπάρχουν στην γειτονική χώρα σύντροφοι μας, που φέρουν εις πέρας κάποια από αυτά τα καθήκοντα.

Πέμπτη 27 Ιούλη 2017 

Η εισήγηση των Τούρκων συντρόφων:

Το εισαγωγικό κείμενο το πήραμε από το αντίστοιχο ρεπορτάζ της Avrupa Haber και το οποίο μας το μετέφρασε η σ. Τασούλα Γκ. Το βίντεο μας το έστειλαν από εδώ: İsviçre Partizan.